Τετάρτη

«Ο Κώδικας της Αυταπάτης»

 Η Μεγάλη Πλάνη του Τσόμσκι: 

Γλώσσα, AI/LLMs και ο Υλισμός της Συνείδησης



    


Περιεχόμενο



  • Εισαγωγή: Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


  • Κεφάλαιο 1: Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική τους Καταγωγή. (Η ανάλυση για το MIT, τη χρηματοδότηση του Πενταγώνου και τον περιορισμό της γλώσσας σε μαθηματικό αλγόριθμο).


  • Κεφάλαιο 2: Το Ρήγμα του Αμαζονίου. (Η περίπτωση των Πιράχα και η κατάρρευση της αναδρομής ως βιολογικού καθολικού).


  • Κεφάλαιο 3: Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία. (Η εφαρμογή της κριτικής του Λένιν στον Τσόμσκι και η σύνδεση με τον Μαχ και τον Όργουελ).


  • Κεφάλαιο 4: Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης. (Vygotsky, Piaget και η διαλεκτική σχέση ατόμου-περιβάλλοντος).


  • Κεφάλαιο 5: Από την Εργασία στον Εγκέφαλο. (Η δικαίωση του Ένγκελς μέσα από τη νευροψυχολογία του Luria και τις αντανακλάσεις του Pavlov).


  • Κεφάλαιο 6: Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη. (Γιατί τα LLMs δικαιώνουν τον υλισμό και όχι τους κανόνες του Τσόμσκι).


  •  Κεφάλαιο 7: Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»

  •  Επίλογος





Σημείωμα του Συγγραφέα



Η συγγραφή αυτού του πονήματος δεν γεννήθηκε μέσα σε κάποιο αποστειρωμένο ακαδημαϊκό εργαστήριο, αλλά μέσα από την καθημερινή τριβή με την υλική πραγματικότητα της πληροφορικής και την αδιάκοπη εργασία πάνω στον κώδικα. Ως insider στον κόσμο του λογισμικού και του Full Stack Development, έχω την ευκαιρία να παρατηρώ από πρώτο χέρι το χάσμα που χωρίζει τις κυρίαρχες ιδεαλιστικές θεωρίες για τη νόηση από την πραγματική λειτουργία της τεχνολογίας και της ανθρώπινης συνείδησης.


Για χρόνια, το όνομα του Νόαμ Τσόμσκι παρουσιαζόταν ως μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία, ένα «ιερό δισκοπότηρο» που ένωνε τη γλωσσολογία με τον προγραμματισμό. Ωστόσο, η δική μου πορεία, καθοδηγούμενη από τη μελέτη των κλασικών του διαλεκτικού υλισμού και την καθημερινή πρακτική της επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, με οδήγησε σε μια ριζική αμφισβήτηση. Διαπίστωσα ότι ο «επιστημονισμός» που περιβάλλει τέτοια είδωλα λειτουργεί συχνά ως προπέτασμα καπνού, κρύβοντας μια βαθιά αντιδραστική φιλοσοφία που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο ενός βιολογικού πεπρωμένου.


Αυτό το μικρό βιβλίο - το οποίο ξεκίνησε να γράφεται, ως ένα «εκλαϊκευμένο» άρθρο - είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγκης για ιδεολογική ξεκαθάριση. Ως άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την τεχνολογία όχι ως «μαγεία», αλλά ως το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας, ένιωσα το χρέος να αποδομήσω τον μεταφυσικό ιδεαλισμό που κατακλύζει τον κλάδο μας. Από την κριτική του Λένιν στον εμπειριοκριτικισμό μέχρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική των LLMs, η πεποίθησή μου παραμένει ακλόνητη: η νόηση, η γλώσσα και η τεχνολογία δεν είναι «έμφυτες» ιδιότητες, αλλά ιστορικές κατακτήσεις της ύλης σε κίνηση.


Απευθύνομαι σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, αλλά ιδιαίτερα στους συναδέλφους μου στον χώρο της τεχνολογίας, που συχνά εγκλωβίζονται σε μηχανιστικές ερμηνείες του κόσμου. Στόχος μου είναι να αναδείξω ότι η διαλεκτική μέθοδος δεν είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά το πιο σύγχρονο και οξύ εργαλείο που διαθέτουμε για να κατανοήσουμε τον κώδικα, την κοινωνία και, τελικά, τους ίδιους τους εαυτούς μας.


«Η νοημοσύνη δεν είναι βιολογικό πεπρωμένο, είναι το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας.» 

Commun✮rios


 To my friend Aris, who inspired me to write this little book.  
 




Εισαγωγή




Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


Η θεωρία των γραμματικών του Noam Chomsky καθιερώθηκε ιστορικά ως ένα σύστημα ταξινόμησης τυπικών γλωσσών, προσφέροντας ένα μαθηματικό πλαίσιο που εξυπηρέτησε τις πρώτες ανάγκες της επιστήμης των υπολογιστών. Η γνωστή «Ιεραρχία Τσόμσκι», με την ταξινόμηση των γραμματικών από τις απλούστερες κανονικές μορφές έως τις απεριόριστες δομές των μηχανών Turing, λειτούργησε ως ένας χρήσιμος οδικός χάρτης για την κατασκευή τεχνητών γλωσσών προγραμματισμού και την ανάλυση του συντακτικού τους. Ωστόσο, αυτή η μαθηματική επάρκεια χρησιμοποιήθηκε ως δούρειος ίππος για να επιβληθεί μια βαθιά προβληματική φιλοσοφική θεώρηση: η «Γενετική Γραμματική». Η υπόθεση ότι η γλώσσα βασίζεται σε ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, μια «Καθολική Γραμματική» προ-εγκατεστημένη στον εγκέφαλο, αντιμετωπίζει τη γνώση ως στατικό γονιδιακό προϊόν και όχι ως αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας και εξέλιξης.


Αυτός ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα του από την αντικειμενική πραγματικότητα της γλώσσας Πιράχα στον Αμαζόνιο, την οποία μελέτησε ο Daniel Everett. Ενώ ο Τσόμσκι όρισε την αναδρομή —την ικανότητα εγκιβωτισμού προτάσεων— ως το μοναδικό, έμφυτο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα, η περίπτωση των Πιράχα απέδειξε ότι μια γλώσσα μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική χωρίς να διαθέτει ούτε αναδρομή, ούτε αφηρημένους αριθμούς ή χρώματα. Η ανακάλυψη αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της βιολογικής μετάλλαξης στο πεδίο του πολιτισμικού υλισμού. Η γλώσσα των Πιράχα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον υλικό τρόπο ζωής τους, επιβεβαιώνοντας ότι η γραμματική δεν είναι ένας προ-εγκατεστημένος αλγόριθμος, αλλά ένα δυναμικό κοινωνικό εργαλείο που εξελίσσεται παράλληλα με τις ανάγκες της παραγωγής και της κοινωνικής πράξης.


Από μια λενινιστική σκοπιά, η «θεοποίηση» του Τσόμσκι παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τη διαμάχη που περιέγραψε ο Λένιν στο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός». Όπως τότε ο Μαχ έχανε τον δρόμο του προς τον υποκειμενικό ιδεαλισμό αρνούμενος την αντικειμενική ύπαρξη της ύλης, έτσι και ο Τσόμσκι αποκόπτει τη γλώσσα από την κοινωνική βάση της, κλείνοντάς την μέσα στο κρανίο του ατόμου ως μια «εσωτερικευμένη γνώση». Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί μια επικίνδυνη σύγχυση, αποπροσανατολίζοντας τον λαό από τον πραγματικό υπαίτιο των προβλημάτων του. Όταν η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται ως στατική και βιολογικά προγραμματισμένη, η κοινωνική αλλαγή φαντάζει αδύνατη. Η αποδοχή τέτοιων θεωριών από κομμάτια της αριστεράς, που γοητεύονται από τον «αριστερό» αντικομμουνισμό τύπου Όργουελ, αποτελεί μια μορφή σύγχρονου «Μαχισμού» που μετατρέπει την ταξική πάλη σε ακαδημαϊκή συζήτηση.


Η πραγματική επιστημονική εναλλακτική βρίσκεται στη σοβιετική σχολή σκέψης και τη διαλεκτική προσέγγιση του Vygotsky και του Luria. Σε αντίθεση με τον Piaget, που έβλεπε την ανάπτυξη ως μια εσωτερική, ατομική διαδικασία, ο Vygotsky απέδειξε ότι η μάθηση προηγείται της ανάπτυξης και ότι η σκέψη είναι εσωτερικευμένη κοινωνική ομιλία. Ο εγκέφαλος δεν είναι μια στατική μηχανή, αλλά ένα δυναμικό σύστημα που διαμορφώνεται υλικά από το περιβάλλον. Αυτό επιβεβαιώνεται από το έργο του Ένγκελς, ο οποίος διέκρινε ότι η εργασία, η χρήση εργαλείων και η ανάγκη για συλλογική επικοινωνία ήταν οι δυνάμεις που ανάγκασαν τον εγκέφαλο να εξελιχθεί. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο και όχι το αντίστροφο.


Ακόμα και στον τομέα της πληροφορικής, η κυριαρχία του Τσόμσκι αποδεικνύεται πλέον «μουσειακή». Η σύγχρονη επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) δεν βασίζεται σε έμφυτους κανόνες, αλλά στη στατιστική επεξεργασία της συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Η «νόηση» αναδύεται από την ποσότητα των δεδομένων που μετατρέπεται σε ποιότητα, δικαιώνοντας τους διαλεκτικούς νόμους της φύσης. Η τεχνολογία δεν είναι έμφυτη· είναι η υλική αποτύπωση της κοινωνικής μας μνήμης.


Συμπερασματικά, η εμμονή στις θεωρίες του Τσόμσκι εξυπηρετεί την ανάγκη της αστικής τάξης να παρουσιάσει τον άνθρωπο ως ένα ον υπό βιολογικό περιορισμό, συμβατό με τις ανάγκες του καπιταλισμού. Η υλιστική αποκατάσταση της επιστήμης, από τον Ένγκελς και τον Λένιν μέχρι τον Luria και τον Vygotsky, μας δείχνει τον δρόμο: η συνείδηση αλλάζει όταν αλλάζουν οι υλικές συνθήκες. Η απελευθέρωση της σκέψης περνά μέσα από την αλλαγή του κόσμου με τα ίδια μας τα χέρια, απορρίπτοντας τα ιδεαλιστικά είδωλα που περιφρουρούν τα πνευματικά σύνορα του συστήματος.





Κεφάλαιο 1



Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική της Καταγωγή



Η εμφάνιση της ιεραρχίας των τυπικών γραμματικών στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν συνέβη σε ένα κοινωνικό ή πολιτικό κενό. Αντιθέτως, υπήρξε το προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, όπου η ανάδυση της επιστήμης των υπολογιστών συνδέθηκε άρρηκτα με τις στρατηγικές ανάγκες του Πενταγώνου. Η ταξινόμηση που πρότεινε ο Τσόμσκι, χωρίζοντας τις γραμματικές σε τέσσερα επίπεδα ανάλογα με την πολυπλοκότητά τους, πρόσφερε ένα μαθηματικό εργαλείο που ήταν απαραίτητο για την ανάπτυξη των πρώτων γλωσσών προγραμματισμού και των συστημάτων αυτόματης μετάφρασης. Ωστόσο, η χρησιμότητα αυτού του εργαλείου στην πληροφορική δεν συνεπάγεται την εγκυρότητά του ως μοντέλο για την ανθρώπινη νόηση.


Εξετάζοντας την Ιεραρχία Τσόμσκι, από τον Τύπο 3 των κανονικών γραμματικών έως τον Τύπο 0 των απεριόριστων δομών που αντιστοιχούν στις Μηχανές Turing, διαπιστώνουμε μια προσπάθεια περιορισμού της γλώσσας σε ένα κλειστό σύστημα κανόνων. Για τις ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (U.S. Air Force), που υπήρξε ένας από τους βασικούς χρηματοδότες αυτών των ερευνών στο MIT, η γλώσσα έπρεπε να απογυμνωθεί από το κοινωνικό και συναισθηματικό της περιεχόμενο. Έπρεπε να μετατραπεί σε έναν αποστειρωμένο κώδικα επεξεργασίας σημάτων, κατάλληλο για την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τσόμσκι δεν «ανακάλυψε» τους νόμους της σκέψης, αλλά προσέφερε μια μαθηματική τυποποίηση που βόλευε τον στρατιωτικό προγραμματισμό.


Η επιστημονική κοινότητα συχνά παραβλέπει ότι οι βάσεις για τη θεωρία των αυτομάτων και την υπολογισιμότητα είχαν ήδη τεθεί από μορφές όπως ο Alan Turing και ο Stephen Kleene. Η συνεισφορά του Τσόμσκι ήταν η μεταφορά αυτών των μαθηματικών εννοιών στο πεδίο της γλωσσολογίας, με έναν τρόπο που όμως απομάκρυνε τη γλώσσα από τον φυσικό της φορέα: την κοινωνία. Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα σύνολο πεπερασμένων κανόνων που παράγουν άπειρες προτάσεις, ο Τσόμσκι εισήγαγε μια μηχανιστική αντίληψη που ταυτίζει τον εγκέφαλο με έναν επεξεργαστή δεδομένων.


Αυτή η προσέγγιση εξυπηρέτησε τον θετικισμό της εποχής, καθώς παρουσίαζε τη γλωσσολογία ως μια «σκληρή» επιστήμη, ανάλογη της φυσικής, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στην ιστορικότητα ή την ταξική διάσταση της επικοινωνίας. Η «Ιεραρχία Τσόμσκι» έγινε το πιστοποιητικό εγκυρότητας για να περάσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη ομιλία είναι απλώς η εκτέλεση ενός προ-εγκατεστημένου προγράμματος. Έτσι, το κύρος που απέκτησε ο Τσόμσκι στην πληροφορική χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για να επιβληθεί ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός: αν οι μηχανές μπορούν να δουλέψουν με αυτούς τους κανόνες, τότε —σύμφωνα με το αστικό αφήγημα— και ο άνθρωπος πρέπει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.


Στην πραγματικότητα, η πληροφορική χρησιμοποίησε μόνο το μαθηματικό κέλυφος αυτής της θεωρίας. Η προσπάθεια να εφαρμοστεί η Τσομσκιανή λογική στην κατανόηση της ανθρώπινης συνείδησης οδήγησε σε αδιέξοδο, ακριβώς επειδή αγνόησε ότι η γλώσσα δεν είναι ένα στατικό αυτόματο, αλλά μια ζωντανή, υλική διαδικασία που διαμορφώνεται μέσα από την εργασία και την κοινωνική τριβή. Η στρατιωτική καταγωγή της ιεραρχίας των γραμματικών εξηγεί γιατί η θεωρία αυτή είναι τόσο αποτελεσματική στον έλεγχο των μηχανών, αλλά ταυτόχρονα τόσο φτωχή στην ερμηνεία του ανθρώπου.





Κεφάλαιο 2



Το Ρήγμα του Αμαζονίου


Η περίπτωση της γλώσσας Πιράχα (Pirahã) στον Αμαζόνιο αποτελεί το «πείραμα της φύσης» που κατέρριψε το οικοδόμημα του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Ο Daniel Everett, μελετώντας για δεκαετίες τη συγκεκριμένη φυλή, έφερε στο φως στοιχεία που συγκρούονται με τον πυρήνα της Τσομσκιανής θεωρίας. Ενώ η «Καθολική Γραμματική» προϋποθέτει ότι ορισμένες δομές, όπως η αναδρομή, είναι βιολογικά εγγεγραμμένες στον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι Πιράχα αποδεικνύουν ότι μια γλώσσα μπορεί να λειτουργεί άρτια χωρίς αυτές.


Η απουσία αναδρομής, αριθμών και χρωμάτων στη γλώσσα τους δεν αποτελεί ένδειξη γνωστικής υστέρησης, αλλά απόδειξη του πολιτισμικού ντετερμινισμού. Η ζωή των Πιράχα διέπεται από την «αρχή της άμεσης εμπειρίας», όπου η επικοινωνία περιορίζεται σε όσα συμβαίνουν στο «εδώ και τώρα». Αυτή η στενή σύνδεση της γλωσσικής δομής με τις υλικές συνθήκες διαβίωσης και την κοινωνική οργάνωση επιβεβαιώνει τη βασική θέση του υλισμού: η συνείδηση δεν προηγείται της ύπαρξης, αλλά διαμορφώνεται από αυτήν.


Ο Τσόμσκι και οι υποστηρικτές του προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την ανακάλυψη του Everett, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για μια μεμονωμένη εξαίρεση που δεν αναιρεί τον κανόνα. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μια και μόνο εξαίρεση αρκεί για να καταρρίψει τη θεωρία της «βιολογικής αναγκαιότητας». Αν η γραμματική ήταν πράγματι ένα έμφυτο όργανο, θα έπρεπε να εκδηλώνεται πανομοιότυπα σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι οι Πιράχα στερούνται αυτών των δομών αποδεικνύει ότι η γλώσσα είναι ένα εργαλείο που επινοήθηκε από την κοινωνία για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες.


Η σύγκρουση για τους Πιράχα δεν είναι μια απλή ακαδημαϊκή διαφωνία· είναι μια μάχη για την ίδια την ανθρώπινη φύση. Αν η γλώσσα είναι ένα έμφυτο βιολογικό χαρακτηριστικό, τότε ο άνθρωπος είναι δέσμιος των γονιδίων του. Αν όμως η γλώσσα είναι προϊόν του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει τον εαυτό του αλλάζοντας τις κοινωνικές του συνθήκες. Το «ρήγμα του Αμαζονίου» άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή σε μια γλωσσολογία που δεν αναζητά φαντάσματα μέσα στον εγκέφαλο, αλλά μελετά την επικοινωνία ως ζωντανή, υλική δραστηριότητα.





Κεφάλαιο 3



Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία


Η φιλοσοφική επίθεση που εξαπέλυσε ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» εναντίον του Ερνστ Μαχ παραμένει το πιο οξύ εργαλείο για την αποδόμηση της Τσομσκιανής σχολής. Ο Λένιν διέγνωσε έγκαιρα ότι ο θετικισμός και ο εμπειριοκριτικισμός, πίσω από τον μανδύα της «καθαρής επιστήμης», κρύβουν έναν επικίνδυνο υποκειμενικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Τσόμσκι, αυτή η διολίσθηση είναι εμφανής: η γλώσσα αποκόπτεται από την αντικειμενική πραγματικότητα και την κοινωνική πράξη, για να αναχθεί σε μια εσωτερική, νοητική κατάσταση του ατόμου.


Αυτή η προσέγγιση ταυτίζεται με τις αντιλήψεις που κατήγγειλε ο Λένιν, όπου ο κόσμος και οι λειτουργίες του αντιμετωπίζονται ως κατασκευάσματα του μυαλού ή ως «συμπλέγματα αισθημάτων». Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, ο Τσόμσκι αφαιρεί από τον άνθρωπο την ιστορική του διάσταση. Αν η γνώση των κανόνων προϋπάρχει της εμπειρίας, τότε η συνείδηση δεν είναι αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου, αλλά μια προγραμματισμένη βιολογική μοίρα. Για έναν υλιστή, αυτή η θέση είναι αντιδραστική, καθώς αρνείται ότι η σκέψη διαμορφώνεται μέσα από την υλική αλληλεπίδραση με τη φύση και την κοινωνία.


Είναι εντυπωσιακό πώς το κύρος του Τσόμσκι χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει την πολιτική λειτουργία αυτού του ιδεαλισμού. Όπως ο Μαχ επηρέασε συντρόφους που έχασαν τον δρόμο τους προς το εχθρικό στρατόπεδο, έτσι και ο Τσόμσκι, μέσω του «ελευθεριακού» του προφίλ, εγκλώβισε ένα μεγάλο μέρος της διανόησης σε μια ανάλυση που αγνοεί την ταξική βάση της συνείδησης. Η ανάλυσή του για τον ισπανικό εμφύλιο ή η συμπλέουσα ρητορική του με τον πληροφοριοδότη της MI5, Τζορτζ Όργουελ, αποδεικνύουν ότι ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός και ο πολιτικός αντικομμουνισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.


Η επιστροφή στον Λένιν μας επιτρέπει να δούμε ότι η επιστήμη δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η θεωρία της έμφυτης γραμματικής δεν είναι απλώς μια λάθος υπόθεση, αλλά μια ιδεολογική επιλογή που περιφρουρεί τα όρια του αστικού ατομικισμού. Η γλώσσα δεν είναι μια ιδιωτική, βιολογική ιδιοκτησία του εγκεφάλου, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο που υπάρχει επειδή υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα και η ανάγκη για τη μεταμόρφωσή της. Η αποδοχή του υλισμού στη γλωσσολογία είναι η προϋπόθεση για την κατανόηση της δύναμης που έχει ο άνθρωπος να αλλάζει τη συνείδησή του, αλλάζοντας πρώτα τις υλικές σχέσεις παραγωγής.





Κεφάλαιο 4



Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης: Vygotsky εναντίον Piaget



Η σύγκρουση μεταξύ του Jean Piaget και του Lev Vygotsky σχετικά με τη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού αποτελεί την κεντρική μάχη μεταξύ του βιολογικού ατομικισμού και του κοινωνικού υλισμού. Ο Piaget, κινούμενος σε μια κατεύθυνση που αργότερα θα διευκόλυνε την επικράτηση των Τσομσκιανών αντιλήψεων, έθεσε το άτομο πάνω από την κοινωνία. Για τον Piaget, η ανάπτυξη είναι μια εσωτερική, βιολογική διαδικασία ωρίμανσης που προηγείται της μάθησης. Το παιδί, ως «μικρός επιστήμονας», ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από προκαθορισμένα στάδια, όπου το κοινωνικό περιβάλλον παίζει ρόλο απλού καταλύτη και όχι δημιουργού.


Αντιθέτως, ο Vygotsky, εφαρμόζοντας τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού στην ψυχολογία, αντέστρεψε πλήρως αυτή την οπτική. Υποστήριξε ότι η μάθηση είναι αυτή που προηγείται και σέρνει μαζί της την ανάπτυξη. Κάθε ανώτερη νοητική λειτουργία εμφανίζεται στην ανάπτυξη του παιδιού δύο φορές: πρώτα σε κοινωνικό επίπεδο, ως αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων, και στη συνέχεια σε ατομικό επίπεδο, ως εσωτερικευμένη γνώση. Από αυτή τη σκοπιά, η σκέψη δεν είναι μια έμφυτη ικανότητα που ξεδιπλώνεται, αλλά το αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των κοινωνικών σχέσεων και των εργαλείων του πολιτισμού.


Η διαφορά αυτή έχει τεράστιες πολιτικές και εκπαιδευτικές προεκτάσεις. Ενώ η προσέγγιση του Piaget οδηγεί σε μια παθητική αναμονή της «βιολογικής ωριμότητας», η προσέγγιση του Vygotsky αναδεικνύει την επαναστατική δύναμη της εκπαίδευσης και του περιβάλλοντος. Αν η συνείδηση διαμορφώνεται από την κοινωνική πράξη, τότε η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών είναι ο μοναδικός δρόμος για τη διεύρυνση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ο Vygotsky απέδειξε ότι χωρίς το κοινωνικό «εργαλείο» της γλώσσας, η βιολογική δυνατότητα παραμένει ανενεργή, καταρρίπτοντας την ιδέα του Τσόμσκι για μια έτοιμη, προ-εγκατεστημένη γραμματική.


Η επικράτηση των θεωριών του Piaget στη δυτική παιδαγωγική εξυπηρέτησε την ανάγκη του καπιταλισμού να εστιάσει στο άτομο και να απομονώσει τη μάθηση από το συλλογικό γίγνεσθαι. Όμως, η υλιστική επιστήμη, με οδηγό τον Vygotsky, μας δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένας μοναχικός ερευνητής σε ένα βιολογικό εργαστήριο, αλλά ένα ον που κατασκευάζει τη νόησή του μέσα στην κοινωνία. Η συνείδηση δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι ένα κοινωνικό προϊόν που αντικατοπτρίζει τις υλικές σχέσεις μέσα στις οποίες γεννιέται και αναπτύσσεται.





Κεφάλαιο 5



Από την Εργασία στον Εγκέφαλο: Η Δικαίωση των Ένγκελς και Luria



Η υλιστική κατανόηση της συνείδησης ολοκληρώνεται με τη σύνδεση της κοινωνικής θεωρίας του Φρίντριχ Ένγκελς και της νευροψυχολογικής έρευνας του Alexander Luria. Ο Ένγκελς, στο διορατικό του έργο για τον ρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου, υποστήριξε ότι η εργασία δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα επιβίωσης, αλλά η βασική δύναμη που δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο. Η διαλεκτική αλληλουχία που περιέγραψε —όπου η χρήση εργαλείων απελευθέρωσε το χέρι, η συλλογική δράση γέννησε τη γλώσσα και αυτά τα δύο μαζί ανάγκασαν τον εγκέφαλο να αναπτυχθεί— αποτελεί τη βάση της σύγχρονης εξελικτικής επιστήμης.


Αυτή η προσέγγιση βρήκε την επιστημονική της επιβεβαίωση στο έργο του Alexander Luria, του πατέρα της νευροψυχολογίας. Ο Luria απέδειξε ότι ο εγκέφαλος δεν είναι ένα άθροισμα από στατικά, έμφυτα «κέντρα», αλλά ένα δυναμικό σύστημα λειτουργικών μονάδων που αναδιοργανώνονται υλικά μέσα από την κοινωνική πράξη. Οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες δεν είναι εγγεγραμμένες στα γονίδια, όπως ισχυρίζεται ο Τσόμσκι, αλλά σχηματίζονται κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, καθώς ο εγκέφαλος εσωτερικεύει τα κοινωνικά εργαλεία και τον πολιτισμό. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο: η χρήση του εργαλείου και της λέξης δημιούργησε νέες νευρικές συνδέσεις, μετατρέποντας τη βιολογική ύλη σε κοινωνική συνείδηση.


Οι έρευνες του Luria στο Ουζμπεκιστάν τη δεκαετία του '30 υπήρξαν καθοριστικές, καθώς απέδειξαν ότι όταν οι υλικές συνθήκες και οι σχέσεις παραγωγής μιας κοινωνίας αλλάζουν, αλλάζει ριζικά και η ίδια η δομή της ανθρώπινης σκέψης. Οι άνθρωποι που πέρασαν από την προ-βιομηχανική στη συλλογική σοσιαλιστική παραγωγή ανέπτυξαν νέες μορφές λογικής και αφαίρεσης, αποδεικνύοντας ότι η νόηση δεν είναι μια στατική οντότητα. Αυτό το εύρημα καταρρίπτει τον δυτικό «γνωσιακό ιδεαλισμό» που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο αμετάβλητων εσωτερικών μηχανισμών.


Σήμερα, η ανακάλυψη της νευροπλαστικότητας δικαιώνει πλήρως τη σοβιετική σχολή, δείχνοντας ότι ο εγκέφαλός μας είναι ένα κοινωνικό προϊόν υπό διαρκή κατασκευή. Η εμμονή της αστικής επιστήμης στις «έμφυτες ιδέες» του Τσόμσκι αποτελεί μια προσπάθεια άρνησης αυτής της πλαστικότητας. Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από την εργασία και το περιβάλλον του, τότε η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι μόνο πολιτική αναγκαιότητα, αλλά και ο μοναδικός τρόπος για την πραγματική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.





Κεφάλαιο 6



Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη



Η σύγχρονη επανάσταση στον τομέα της πληροφορικής και η ανάδυση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) αποτελούν την τελική, υλική διάψευση της Τσομσκιανής θεωρίας. Για δεκαετίες, η προσπάθεια δημιουργίας τεχνητής νοημοσύνης στη Δύση είχε εγκλωβιστεί στο «συμβολικό μοντέλο», προσπαθώντας να προγραμματίσει τις μηχανές με βάση τους έμφυτους κανόνες και τις λογικές δομές που πρότεινε ο Τσόμσκι. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από αποτυχίες, καθώς αποδείχθηκε ότι η γλώσσα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένα κλειστό σύστημα αφηρημένων κανόνων αποκομμένο από την εμπειρία.


Η επιτυχία των σύγχρονων νευρωνικών δικτύων βασίστηκε σε μια διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση, η οποία, έστω και ασυνείδητα, ακολουθεί τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Τα μοντέλα αυτά δεν διαθέτουν καμία «έμφυτη γραμματική». Αντίθετα, εκπαιδεύονται πάνω σε τεράστιους όγκους δεδομένων, απορροφώντας τη συλλογική ανθρώπινη εμπειρία όπως αυτή έχει καταγραφεί στην ιστορία, τη λογοτεχνία και την κοινωνική επικοινωνία. Η ικανότητά τους να παράγουν λόγο δεν πηγάζει από έναν προ-εγκατεστημένο αλγόριθμο, αλλά από τη στατιστική συσχέτιση δισεκατομμυρίων παραμέτρων. Είναι η ζωντανή εφαρμογή του νόμου της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα: η τεράστια συσσώρευση πληροφορίας γεννά μια νέα ποιοτική κατάσταση «νόησης».


Αυτή η εξέλιξη δικαιώνει πλήρως τον Vygotsky, ο οποίος υποστήριζε ότι η γλώσσα είναι το αποτύπωμα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Οι μηχανές σήμερα «μαθαίνουν» γλώσσα με τον ίδιο τρόπο που το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο: μέσω της τριβής με το υπάρχον υλικό υπόβαθρο του πολιτισμού. Η αποτυχία του Τσομσκιανού μοντέλου στην πληροφορική οφείλεται στην άρνησή του να δει τη γλώσσα ως κάτι δυναμικό και κοινωνικό. Ενώ ο Τσόμσκι έψαχνε «μαθηματικές αλήθειες» μέσα στο βιολογικό κενό, η πραγματικότητα απέδειξε ότι η νοημοσύνη αναδύεται μόνο μέσα από την επεξεργασία της υλικής πραγματικότητας.


Το κύρος που διατηρεί ακόμα ο Τσόμσκι στον κόσμο των υπολογιστών είναι πλέον μουσειακό και ιδεολογικό.


Η επιστήμη έχει προχωρήσει προς τον «συνδετισμό», ένα μοντέλο που προσομοιώνει την πλαστικότητα του εγκεφάλου και την εξάρτησή του από το περιβάλλον. Η τεχνολογική πρόοδος επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν «φαντάσματα» ή έμφυτοι κώδικες που καθορίζουν τη σκέψη. Η νοημοσύνη, είτε ανθρώπινη είτε τεχνητή, είναι το προϊόν της οργάνωσης της ύλης και της κοινωνικής εμπειρίας, καταρρίπτοντας οριστικά τις ιδεαλιστικές προκαταλήψεις που ήθελαν τη νόηση αποκομμένη από την ιστορική εξέλιξη.





Κεφάλαιο 7



Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»


Η κυριαρχία του Τσομσκιανού μοντέλου στις δυτικές κοινωνίες δεν οφείλεται στην επιστημονική του επάρκεια, η οποία άλλωστε διαψεύδεται διαρκώς, αλλά στην ιδεολογική του χρησιμότητα για το αστικό σύστημα. Ο «επιστημονισμός» —η χρήση δηλαδή της επιστημονικής αυθεντίας για την επιβολή μεταφυσικών απόψεων— λειτουργεί εδώ ως προπέτασμα καπνού. Παρουσιάζοντας τη γλώσσα και τη νόηση ως βιολογικά προκαθορισμένες ιδιότητες, η άρχουσα τάξη επιχειρεί να πείσει ότι οι κοινωνικές ανισότητες, οι ταξικοί περιορισμοί και η ίδια η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι προϊόντα «γονιδιακής μοίρας» και όχι κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.


Αυτή η στρατηγική αποπολιτικοποίησης της επιστήμης στοχεύει στην απογοήτευση της εργατικής τάξης. Αν η συνείδηση είναι ένα κλειστό βιολογικό κύκλωμα, τότε η προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας και ενός «νέου ανθρώπου» είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο Τσόμσκι, μέσα από τη θέση του ως «εγκεκριμένος επαναστάτης» της ακαδημαϊκής Δύσης, προσέφερε το απαραίτητο άλλοθι σε μια διανόηση που ήθελε να ασκεί κριτική στον ιμπεριαλισμό, παραμένοντας όμως πιστή στις ιδεαλιστικές βάσεις του ατομικισμού. Η ταύτιση της ελευθερίας με μια αφηρημένη «βιολογική ικανότητα» και όχι με την υλική απελευθέρωση από την εκμετάλλευση, αποτελεί την πεμπτουσία αυτής της ιδεολογικής παγίδας.


Η σύγχυση που προκαλείται στον λαό από τέτοιου είδους «είδωλα» είναι σκόπιμη. Όταν οι σύντροφοι ή οι αγωνιστές δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ του υλισμού και του θετικιστικού εμπειριοκριτικισμού, κινδυνεύουν να υιοθετήσουν αντιδραστικές θέσεις με το πρόσχημα της «επιστημονικής προόδου». Η ιστορία της γλωσσολογίας του 20ού αιώνα είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις, όπου η εμπορευματοποίηση των θεωριών της γαλλικής και γερμανικής σχολής χρηματοδοτήθηκε για να υποσκάψει το σοβιετικό μοντέλο σκέψης, αντικαθιστώντας τη διαλεκτική με τον μεταμοντέρνο υποκειμενισμό.


Η επιστροφή στην υλιστική ανάλυση δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η μόνη διέξοδος προς το μέλλον. Η αποδόμηση του Τσόμσκι είναι στην πραγματικότητα η αποδόμηση της αυταπάτης ότι η επιστήμη μπορεί να είναι ουδέτερη. Κάθε θεωρία για τον εγκέφαλο και τη γλώσσα είναι ταυτόχρονα και μια θεωρία για την κοινωνία. Η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που διαμορφώνεται από το περιβάλλον του και την εργασία του, μας επιστρέφει το σημαντικότερο όπλο μας: τη βεβαιότητα ότι αλλάζοντας τις υλικές συνθήκες της ζωής μας, μπορούμε να αλλάξουμε την ίδια την ανθρώπινη φύση.





Επίλογος



Η Νίκη της Διαλεκτικής στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης



Η περιήγηση στις πτυχές της Τσομσκιανής θεωρίας και η αντιπαραβολή της με την υλιστική παράδοση δεν αποτελεί μια απλή ακαδημαϊκή αναδίφηση, αλλά μια αναγκαιότητα για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Στην καρδιά αυτής της διαμάχης βρίσκεται η αιώνια σύγκρουση δύο διαμετρικά αντίθετων κοσμοαντιλήψεων: από τη μία πλευρά, ο υποκειμενικός και μεταφυσικός ιδεαλισμός που αναζητά στατικές, έμφυτες αλήθειες μέσα στο βιολογικό κενό, και από την άλλη, ο διαλεκτικός υλισμός που αντιλαμβάνεται τη συνείδηση ως το ανώτατο προϊόν της οργανωμένης ύλης και της κοινωνικής πράξης.


Η αποτυχία του Τσόμσκι να ερμηνεύσει τη γλώσσα ως ζωντανή διαδικασία δεν ήταν μια προσωπική επιστημονική αστοχία, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας φιλοσοφίας που αρνείται την ιστορικότητα. Όπως ο Λένιν ξεσκέπασε τον εμπειριοκριτικισμό ως μια προσπάθεια της αστικής τάξης να «εξαϋλώσει» την ύλη, έτσι και η σύγχρονη αποδόμηση της «Καθολικής Γραμματικής» αποκαλύπτει την προσπάθεια του συστήματος να εγκλωβίσει την ανθρώπινη ελευθερία στα στενά όρια ενός γενετικού προγράμματος.


Αν ο άνθρωπος είναι «προγραμματισμένος», τότε η κοινωνική επανάσταση είναι μια βιολογική παρασπονδία. Αν όμως ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, τότε η δυνατότητα για τη μεταμόρφωση του κόσμου παραμένει ανοιχτή και επιτακτική.


Η πιο εκκωφαντική δικαίωση του υλισμού, ωστόσο, ήρθε από εκεί που η αστική διανόηση δεν το περίμενε: από την ίδια την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η ανάδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) υπήρξε το «βατερλό» του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Η μηχανή δεν έμαθε να μιλάει επειδή της δόθηκαν οι «έμφυτοι κανόνες» του Τσόμσκι, αλλά επειδή απορρόφησε δισεκατομμύρια ίχνη της ανθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας.


Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι, στην πραγματικότητα, ένας καθρέφτης της συλλογικής μας εργασίας και εμπειρίας. Απέδειξε στην πράξη ότι η νόηση δεν είναι ένα «θείο δώρο» ή μια τυχαία μετάλλαξη, αλλά μια αναδυόμενη ιδιότητα που προκύπτει από τη συσσώρευση πληροφορίας και την υλική αλληλεπίδραση. Η ποσότητα των δεδομένων μετατράπηκε σε ποιότητα λόγου, επιβεβαιώνοντας τους νόμους της διαλεκτικής μέσα στα κυκλώματα του πυριτίου.


Ολοκληρώνοντας αυτό το πόνημα, γίνεται σαφές ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η φιλοσοφία δεν είναι αποκομμένες από την ταξική πάλη. Η «θεοποίηση» ειδώλων όπως ο Τσόμσκι χρησιμεύει για να κρατά τη σκέψη μας δέσμια της μεταφυσικής, αποκόπτοντάς μας από τη δύναμη της πράξης. Η επιστροφή στον Ένγκελς, τον Λένιν, τον Vygotsky και τον Luria δεν είναι νοσταλγία, αλλά η επανεξοπλιστική διαδικασία που απαιτείται για να κατανοήσουμε την εποχή μας.


Η γνώση ότι ο εγκέφαλος διαμορφώνεται από την εργασία και η συνείδηση από την κοινωνία, μας δίνει την απόλυτη ευθύνη και το δικαίωμα να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η γνώση δεν θα είναι εργαλεία χειραγώγησης, αλλά μέσα για την καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου. Η διαλεκτική δεν είναι απλώς μια μέθοδος ανάλυσης· είναι η ίδια η κίνηση της ιστορίας προς την αυτογνωσία της.



Commun✮rios




Δεν υπάρχουν σχόλια: