Πέμπτη

Ιστορικές αβλεψίες - του Γιώργου Μαργαρίτη

 


Commun✮rios



(Το παρόν σημείωμα προτάθηκε σε γνωστή εφημερίδα και απορρίφθηκε. Το αναρτώ λοιπόν στον παρόντα δημόσιο διάλογο) - Γιώργος Μαργαρίτης

Η "προσαρμογή" της ιστορίας του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου στην χώρα μας στην κατεύθυνση της βελτίωσης της εικόνας της γερμανικής κατοχής έχει κάποιο νόημα όταν προέρχεται από την Γερμανική Πρεσβεία ή άλλους γερμανικούς οργανισμούς που εύλογα επιζητούν την άμβλυνση των εντυπώσεων για την απάνθρωπη γερμανική κατοχική πολιτική. Αδυνατώ να κατανοήσω όμως τους λόγους για τους οποίους εγχώριοι ιστορικοί επιδίδονται πεισματικά στην ίδια αυτή προσπάθεια.
Ανθολογώ επιλεκτικά από συνέντευξη σε γνωστό ενημερωτικό ιστότοπο.
.
«....οι Γερμανοί κατακτητές, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο της κατοχής, πήραν το «πάνω χέρι» της Αθήνας τα τάγματα των SS».
Την περίοδο αυτή «έχουμε την εκτόξευση των ομαδικών εκτελέσεων, του αριθμού των εκτελεσμένων, γιατί τα SS δεν εφάρμοζαν τις τακτικές των γερμανικών στρατοδικείων. Δηλαδή για να καταδικαστεί κάποιος σε θάνατο έπρεπε να περάσει από κάποιο γερμανικό στρατοδικείο που έδινε έστω κάποιες ελάχιστες εγγυήσεις, ότι κάποιος θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του».
Τα SS αντιθέτως, όπως τονίζει, εφάρμοζαν την τακτική των αντιποίνων. «Για οποιαδήποτε αντιστασιακή ενέργεια, έπαιρναν από τη μεγάλη δεξαμενή κρατουμένων που είχαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, που ήταν υπό τη διοίκηση των SS και τους μετέφεραν προς εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής»....".
Τα παραπάνω έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τα γεγονότα. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για αβλεψία ή για κάτι άλλο. Πάντως με τον τρόπο που δίνονται μεταθέτουν τις ευθύνες των γερμανικών εγκλημάτων στα Ες Ες και απαλλάσουν της ευθύνης τον τακτικό γερμανικό στρατό και, ως εκ τούτου το γερμανικό κράτος. Στην πραγματικότητα οι μαζικές εκτελέσεις είναι -με την εξαίρεση του Διστόμου- έργο του τακτικού στρατού (Βέρμαχτ) και όχι τμημάτων των Ες Ες.
Για να αναφερθούμε στις βασικές από αυτές έχουμε την Κρήτη (1941) με οργανωμένες εκτελέσεις περίπου δύο χιλιάδων αμάχων. Οι εκτελέσεις έγιναν από αλεξιπτωτιστές, από την Ορεινή Μεραρχία και μονάδες πεζικού της Βέρμαχτ. Την ίδια περίοδο οι μαζικές εκτελέσεις στην Μακεδονία έγιναν από τον στρατό. Το 1943 στην Βιάννο, η Βέρμαχτ ήταν υπεύθυνη για τη σφαγή 460 αμάχων. Στα Καλάβρυτα λίγο αργότερα υπεύθυνη ήταν η 117 Μεραρχία Κυνηγών, στο Κομμένο η 1η Ορεινή Μεραρχία κλπ. Στην δε περίπτωση της Καισαριανής η 41η Μεραρχία Φρουρίου ήταν στρατιωτική μονάδα. Μόνο στην περίπτωση του Διστόμου την σφαγή την διέπραξαν μονάδες των Ες Ες.
Για τις ομαδικές εκτελέσεις και την εξόντωση άμαχου πληθυσμού οι Γερμανοί δεν χρειάστηκαν ποτέ την μεσολάβηση δίκης και απόφασης δικαστηρίου. Εκτελούσαν με βάση στρατιωτικές αποφάσεις χωρίς να χρειάζεται κανενός είδους δικαστική παρέμβαση στην διαδικασία. Ο ισχυρισμός ότι μόνο τα Ες Ες εκτελούσαν χωρίς απόφαση στρατοδικείου είναι ψευδής και παραπλανητικός. Το σύνολο του γερμανικού στρατιωτικού μηχανισμού πραγματοποιούσε μαζικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις, καταστροφές χωρίς να χρειάζεται κανενός είδους δικαστική απόφαση. Ούτε τα θύματα των εκτελέσεων, ούτε οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είχαν δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη. Και τα θύματα δεν καταδικάστηκαν από κανένα δικαστήριο.
Η γερμανική κυβέρνηση κάνει μεγάλες προσπάθειες σε ολόκληρη την Ευρώπη και στην χώρα μας να αποδώσει τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε ο γερμανικός στρατός σε προσωπικές «εκτροπές» διοικητών ή σε «ειδικές μονάδες» του ναζιστικού κόμματος (όπως τα Ες Ες). Εύλογα κάτι τέτοιο αποσκοπεί στην αποενοχοποίηση της Γερμανίας και στην αποφυγή των εκπορευόμενων υποχρεώσεων, όπως είναι η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων.
Δεν βλέπω κανένα λόγο να συνδράμουμε εμείς στην Ελλάδα τέτοιου είδους προθέσεις.
ΥΓ. Να αναφέρω απλά ότι στις μεταπολεμικές δίκες για τα γερμανικά εγκλήματα (Νυρεμβέργη κλπ.) βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης είναι ότι τα εγκλήματα διαπράχθηκαν από τους Ες Ες και του ναζί και ότι ο γερμανικός στρατός ουδεμία ευθύνη φέρει.....



Τρίτη

Η Υλική Βάση της Αλλοτρίωσης: Μια Ταξική Ανάλυση της «Συμπαράστασης» στη Βιολάντα

 


Commun✮rios
Σύμφωνα με τη Μαρξιστική-Λενινιστική θεώρηση, η κοινωνική συνείδηση καθορίζεται από το κοινωνικό είναι. Στην περίπτωση της βιομηχανίας Βιολάντα, η κινητοποίηση μιας μερίδας εργαζομένων υπέρ της εργοδοσίας, αμέσως μετά το τραγικό εργατικό δυστύχημα της 26ης Ιανουαρίου 2026, δεν είναι μια τυχαία «συναισθηματική» αντίδραση, αλλά έχει βαθιές υλικές ρίζες.
Η πρόσφατη εικόνα εργαζομένων να συγκεντρώνονται προς στήριξη της εργοδοσίας, λίγες μόλις ημέρες μετά το τραγικό δυστύχημα στο εργοστάσιο, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η υλική πραγματικότητα καθορίζει και συχνά αλλοτριώνει την κοινωνική συνείδηση. Στην περίπτωση αυτή, η κινητοποίηση δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς εξάρτησης που εδράζεται στην ύπαρξη της λεγόμενης «εργατικής αριστοκρατίας».
Όταν ο βασικός συντονιστής της εκδήλωσης είναι στέλεχος της επιχείρησης, στενός συγγενής του ιδιοκτήτη και δραστήριο μέλος του κυβερνώντος κόμματος, η μαρξιστική οπτική αποκαλύπτει αμέσως τον ρόλο του: 
λειτουργεί ως ο ιδεολογικός τοποτηρητής του κεφαλαίου μέσα στις γραμμές της παραγωγής.
 Αυτά τα στελέχη, που σπάνια εκτίθενται στον κίνδυνο του εργατικού ατυχήματος καθώς η παρουσία τους στο «κάτεργο» περιορίζεται στον έλεγχο και τον εκφοβισμό, εξαρτούν την καλοπέραση και το μέλλον τους αποκλειστικά από το αφεντικό. Έχουν, επομένως, ζωτικό συμφέρον να οικοδομήσουν ένα αφήγημα «αθώωσης», παρασύροντας μαζί τους και ένα κομμάτι των απλών εργατών.
Η υλική βάση αυτής της στάσης ενισχύεται από το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι συνδέονται με την εργοδοσία μέσω συγγενικών ή εντοπιοκρατικών δεσμών. Σε μια κλειστή κοινωνία, οι «αγαθοεργίες» του εργοδότη και η διασύνδεσή του με τους πολιτικούς παράγοντες της περιοχής - οι οποίοι προωθούν την «επιχειρηματικότητα» ως τη μόνη θεότητα - δημιουργούν ένα πλέγμα προστασίας που εξαγοράζει την κοινωνική ειρήνη. Ο εργάτης, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της απώλειας του επιούσιου, οδηγείται στην ψευδαίσθηση ότι τα συμφέροντά του ταυτίζονται με εκείνα του εκμεταλλευτή του.
Ωστόσο, η έλλειψη ταξικής συνείδησης δεν είναι τυχαία. Η συστηματική απαγόρευση εισόδου συνδικαλιστικών φορέων και η απομόνωση των εργαζομένων μέσα στους τοίχους της βιομηχανίας λειτουργούν ως ένα πνευματικό στεγανό. Χωρίς τη δυνατότητα ζύμωσης και συλλογικής διεκδίκησης, οι εργαζόμενοι στερούνται τα εργαλεία για να κατανοήσουν την πραγματική τους θέση στην παραγωγή.
Για τον λόγο αυτό, παρά την οργή που προκαλεί η εικόνα του «χειροκροτήματος» μπροστά στην τραγωδία, η μαρξιστική ανάλυση οφείλει να δείξει μια μορφή κατανόησης - ένα ιστορικό «συγχωροχάρτι» - προς τον απλό εργάτη. Δεν πρόκειται για ηθική δικαίωση, αλλά για την παραδοχή ότι ένας άνθρωπος τρομοκρατημένος, χωρίς ταξική παιδεία και με το πιστόλι της επιβίωσης στον κρόταφο, γίνεται εύκολα έρμαιο της εργοδοτικής προπαγάνδας. Η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τους μηχανισμούς που κρατούν αυτές τις συνειδήσεις στο σκοτάδι, μετατρέποντας τον φόβο για το αύριο σε εκδήλωση «νομιμοφροσύνης» προς το σύστημα που τους καταπιέζει.

Το Ταξικό μας Χρέος απέναντι στην Αλήθεια και την Επιβίωση

Κλείνοντας αυτή την ανάλυση, είναι επιτακτική ανάγκη να προβούμε σε έναν σαφή και δίκαιο διαχωρισμό ανάμεσα σε δύο διακριτές κατηγορίες που βρέθηκαν σε εκείνη τη μάζωξη. Από τη μία πλευρά, στέκεται η «εργατική αριστοκρατία»: οι συγγενείς, τα στελέχη και οι πολιτικά δικτυωμένοι εγκάθετοι της εργοδοσίας. Για αυτούς δεν υπάρχει ελαφρυντικό, καθώς η στάση τους είναι συνειδητή επιλογή προάσπισης των προνομίων τους πάνω στις πλάτες των συναδέλφων τους.
Από την άλλη πλευρά, όμως, βρίσκονται οι απλοί εργαζόμενοι, οι άνθρωποι της βιοπάλης που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με το σκληρό πρόσωπο της ανεργίας. Το δικό μας χρέος είναι, πρώτα απ' όλα, να κατανοήσουμε την υλική βάση της δικής τους στάσης. Όταν η επιβίωση της οικογένειας κρέμεται από μια κλωστή και το «ψωμί» ταυτίζεται με τη λειτουργία του εργοστασίου, ο φόβος γίνεται ο χειρότερος σύμβουλος. Δεν έχουμε το δικαίωμα να τους «κουνάμε το δάχτυλο» αφ' υψηλού, την ώρα που εκείνοι βυθίζονται στην αβεβαιότητα της ανεργίας.
Το πραγματικό μας καθήκον είναι να σταθούμε δίπλα τους, προσφέροντας την ταξική επιμόρφωση που τους στερήθηκε μέσα στο εργασιακό κάτεργο. Οφείλουμε να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν ότι το συμφέρον τους δεν ταυτίζεται με τον εργοδότη που θυσιάζει την ασφάλειά τους στον βωμό του κέρδους, αλλά με τη συλλογική δύναμη της τάξης τους. Η αλληλεγγύη μας πρέπει να είναι έμπρακτη: να τους δείξουμε ότι η αξιοπρέπεια δεν κερδίζεται με χειροκροτήματα προς τα αφεντικά, αλλά με την οργάνωση και τον κοινό αγώνα για εργασία με ασφάλεια και δικαιώματα. Μόνο μέσα από την υπομονετική, συντροφική προσέγγιση - και όχι από τη διδακτική καταδίκη - θα μπορέσει ο άνεργος εργάτης να μετατρέψει την απόγνωσή του σε ταξική συνείδηση και δύναμη ανατροπής.

Τετάρτη

«Ο Κώδικας της Αυταπάτης: Η Γλώσσα πέρα από τον Τσόμσκι»

 

Η Μεγάλη Πλάνη του Τσόμσκι: 

Γλώσσα, AI/LLMs και ο Υλισμός της Συνείδησης



    


Περιεχόμενο



  • Εισαγωγή: Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


  • Κεφάλαιο 1: Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική τους Καταγωγή. (Η ανάλυση για το MIT, τη χρηματοδότηση του Πενταγώνου και τον περιορισμό της γλώσσας σε μαθηματικό αλγόριθμο).


  • Κεφάλαιο 2: Το Ρήγμα του Αμαζονίου. (Η περίπτωση των Πιράχα και η κατάρρευση της αναδρομής ως βιολογικού καθολικού).


  • Κεφάλαιο 3: Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία. (Η εφαρμογή της κριτικής του Λένιν στον Τσόμσκι και η σύνδεση με τον Μαχ και τον Όργουελ).


  • Κεφάλαιο 4: Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης. (Vygotsky, Piaget και η διαλεκτική σχέση ατόμου-περιβάλλοντος).


  • Κεφάλαιο 5: Από την Εργασία στον Εγκέφαλο. (Η δικαίωση του Ένγκελς μέσα από τη νευροψυχολογία του Luria και τις αντανακλάσεις του Pavlov).


  • Κεφάλαιο 6: Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη. (Γιατί τα LLMs δικαιώνουν τον υλισμό και όχι τους κανόνες του Τσόμσκι).


  •  Κεφάλαιο 7: Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»

  •  Επίλογος





Σημείωμα του Συγγραφέα



Η συγγραφή αυτού του πονήματος δεν γεννήθηκε μέσα σε κάποιο αποστειρωμένο ακαδημαϊκό εργαστήριο, αλλά μέσα από την καθημερινή τριβή με την υλική πραγματικότητα της πληροφορικής και την αδιάκοπη εργασία πάνω στον κώδικα. Ως insider στον κόσμο του λογισμικού και του Full Stack Development, έχω την ευκαιρία να παρατηρώ από πρώτο χέρι το χάσμα που χωρίζει τις κυρίαρχες ιδεαλιστικές θεωρίες για τη νόηση από την πραγματική λειτουργία της τεχνολογίας και της ανθρώπινης συνείδησης.


Για χρόνια, το όνομα του Νόαμ Τσόμσκι παρουσιαζόταν ως μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία, ένα «ιερό δισκοπότηρο» που ένωνε τη γλωσσολογία με τον προγραμματισμό. Ωστόσο, η δική μου πορεία, καθοδηγούμενη από τη μελέτη των κλασικών του διαλεκτικού υλισμού και την καθημερινή πρακτική της επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, με οδήγησε σε μια ριζική αμφισβήτηση. Διαπίστωσα ότι ο «επιστημονισμός» που περιβάλλει τέτοια είδωλα λειτουργεί συχνά ως προπέτασμα καπνού, κρύβοντας μια βαθιά αντιδραστική φιλοσοφία που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο ενός βιολογικού πεπρωμένου.


Αυτό το δοκίμιο είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγκης για ιδεολογική ξεκαθάριση. Ως άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την τεχνολογία όχι ως «μαγεία», αλλά ως το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας, ένιωσα το χρέος να αποδομήσω τον μεταφυσικό ιδεαλισμό που κατακλύζει τον κλάδο μας. Από την κριτική του Λένιν στον εμπειριοκριτικισμό μέχρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική των LLMs, η πεποίθησή μου παραμένει ακλόνητη: η νόηση, η γλώσσα και η τεχνολογία δεν είναι «έμφυτες» ιδιότητες, αλλά ιστορικές κατακτήσεις της ύλης σε κίνηση.


Απευθύνομαι σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, αλλά ιδιαίτερα στους συναδέλφους μου στον χώρο της τεχνολογίας, που συχνά εγκλωβίζονται σε μηχανιστικές ερμηνείες του κόσμου. Στόχος μου είναι να αναδείξω ότι η διαλεκτική μέθοδος δεν είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά το πιο σύγχρονο και οξύ εργαλείο που διαθέτουμε για να κατανοήσουμε τον κώδικα, την κοινωνία και, τελικά, τους ίδιους τους εαυτούς μας.


«Η νοημοσύνη δεν είναι βιολογικό πεπρωμένο, είναι το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας.» 

 


 To my friend Aris, who inspired me to write this essay.  
 Commun✮rios





Εισαγωγή




Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


Η θεωρία των γραμματικών του Noam Chomsky καθιερώθηκε ιστορικά ως ένα σύστημα ταξινόμησης τυπικών γλωσσών, προσφέροντας ένα μαθηματικό πλαίσιο που εξυπηρέτησε τις πρώτες ανάγκες της επιστήμης των υπολογιστών. Η γνωστή «Ιεραρχία Τσόμσκι», με την ταξινόμηση των γραμματικών από τις απλούστερες κανονικές μορφές έως τις απεριόριστες δομές των μηχανών Turing, λειτούργησε ως ένας χρήσιμος οδικός χάρτης για την κατασκευή τεχνητών γλωσσών προγραμματισμού και την ανάλυση του συντακτικού τους. Ωστόσο, αυτή η μαθηματική επάρκεια χρησιμοποιήθηκε ως δούρειος ίππος για να επιβληθεί μια βαθιά προβληματική φιλοσοφική θεώρηση: η «Γενετική Γραμματική». Η υπόθεση ότι η γλώσσα βασίζεται σε ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, μια «Καθολική Γραμματική» προ-εγκατεστημένη στον εγκέφαλο, αντιμετωπίζει τη γνώση ως στατικό γονιδιακό προϊόν και όχι ως αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας και εξέλιξης.


Αυτός ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα του από την αντικειμενική πραγματικότητα της γλώσσας Πιράχα στον Αμαζόνιο, την οποία μελέτησε ο Daniel Everett. Ενώ ο Τσόμσκι όρισε την αναδρομή —την ικανότητα εγκιβωτισμού προτάσεων— ως το μοναδικό, έμφυτο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα, η περίπτωση των Πιράχα απέδειξε ότι μια γλώσσα μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική χωρίς να διαθέτει ούτε αναδρομή, ούτε αφηρημένους αριθμούς ή χρώματα. Η ανακάλυψη αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της βιολογικής μετάλλαξης στο πεδίο του πολιτισμικού υλισμού. Η γλώσσα των Πιράχα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον υλικό τρόπο ζωής τους, επιβεβαιώνοντας ότι η γραμματική δεν είναι ένας προ-εγκατεστημένος αλγόριθμος, αλλά ένα δυναμικό κοινωνικό εργαλείο που εξελίσσεται παράλληλα με τις ανάγκες της παραγωγής και της κοινωνικής πράξης.


Από μια λενινιστική σκοπιά, η «θεοποίηση» του Τσόμσκι παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τη διαμάχη που περιέγραψε ο Λένιν στο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός». Όπως τότε ο Μαχ έχανε τον δρόμο του προς τον υποκειμενικό ιδεαλισμό αρνούμενος την αντικειμενική ύπαρξη της ύλης, έτσι και ο Τσόμσκι αποκόπτει τη γλώσσα από την κοινωνική βάση της, κλείνοντάς την μέσα στο κρανίο του ατόμου ως μια «εσωτερικευμένη γνώση». Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί μια επικίνδυνη σύγχυση, αποπροσανατολίζοντας τον λαό από τον πραγματικό υπαίτιο των προβλημάτων του. Όταν η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται ως στατική και βιολογικά προγραμματισμένη, η κοινωνική αλλαγή φαντάζει αδύνατη. Η αποδοχή τέτοιων θεωριών από κομμάτια της αριστεράς, που γοητεύονται από τον «αριστερό» αντικομμουνισμό τύπου Όργουελ, αποτελεί μια μορφή σύγχρονου «Μαχισμού» που μετατρέπει την ταξική πάλη σε ακαδημαϊκή συζήτηση.


Η πραγματική επιστημονική εναλλακτική βρίσκεται στη σοβιετική σχολή σκέψης και τη διαλεκτική προσέγγιση του Vygotsky και του Luria. Σε αντίθεση με τον Piaget, που έβλεπε την ανάπτυξη ως μια εσωτερική, ατομική διαδικασία, ο Vygotsky απέδειξε ότι η μάθηση προηγείται της ανάπτυξης και ότι η σκέψη είναι εσωτερικευμένη κοινωνική ομιλία. Ο εγκέφαλος δεν είναι μια στατική μηχανή, αλλά ένα δυναμικό σύστημα που διαμορφώνεται υλικά από το περιβάλλον. Αυτό επιβεβαιώνεται από το έργο του Ένγκελς, ο οποίος διέκρινε ότι η εργασία, η χρήση εργαλείων και η ανάγκη για συλλογική επικοινωνία ήταν οι δυνάμεις που ανάγκασαν τον εγκέφαλο να εξελιχθεί. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο και όχι το αντίστροφο.


Ακόμα και στον τομέα της πληροφορικής, η κυριαρχία του Τσόμσκι αποδεικνύεται πλέον «μουσειακή». Η σύγχρονη επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) δεν βασίζεται σε έμφυτους κανόνες, αλλά στη στατιστική επεξεργασία της συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Η «νόηση» αναδύεται από την ποσότητα των δεδομένων που μετατρέπεται σε ποιότητα, δικαιώνοντας τους διαλεκτικούς νόμους της φύσης. Η τεχνολογία δεν είναι έμφυτη· είναι η υλική αποτύπωση της κοινωνικής μας μνήμης.


Συμπερασματικά, η εμμονή στις θεωρίες του Τσόμσκι εξυπηρετεί την ανάγκη της αστικής τάξης να παρουσιάσει τον άνθρωπο ως ένα ον υπό βιολογικό περιορισμό, συμβατό με τις ανάγκες του καπιταλισμού. Η υλιστική αποκατάσταση της επιστήμης, από τον Ένγκελς και τον Λένιν μέχρι τον Luria και τον Vygotsky, μας δείχνει τον δρόμο: η συνείδηση αλλάζει όταν αλλάζουν οι υλικές συνθήκες. Η απελευθέρωση της σκέψης περνά μέσα από την αλλαγή του κόσμου με τα ίδια μας τα χέρια, απορρίπτοντας τα ιδεαλιστικά είδωλα που περιφρουρούν τα πνευματικά σύνορα του συστήματος.





Κεφάλαιο 1



Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική της Καταγωγή



Η εμφάνιση της ιεραρχίας των τυπικών γραμματικών στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν συνέβη σε ένα κοινωνικό ή πολιτικό κενό. Αντιθέτως, υπήρξε το προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, όπου η ανάδυση της επιστήμης των υπολογιστών συνδέθηκε άρρηκτα με τις στρατηγικές ανάγκες του Πενταγώνου. Η ταξινόμηση που πρότεινε ο Τσόμσκι, χωρίζοντας τις γραμματικές σε τέσσερα επίπεδα ανάλογα με την πολυπλοκότητά τους, πρόσφερε ένα μαθηματικό εργαλείο που ήταν απαραίτητο για την ανάπτυξη των πρώτων γλωσσών προγραμματισμού και των συστημάτων αυτόματης μετάφρασης. Ωστόσο, η χρησιμότητα αυτού του εργαλείου στην πληροφορική δεν συνεπάγεται την εγκυρότητά του ως μοντέλο για την ανθρώπινη νόηση.


Εξετάζοντας την Ιεραρχία Τσόμσκι, από τον Τύπο 3 των κανονικών γραμματικών έως τον Τύπο 0 των απεριόριστων δομών που αντιστοιχούν στις Μηχανές Turing, διαπιστώνουμε μια προσπάθεια περιορισμού της γλώσσας σε ένα κλειστό σύστημα κανόνων. Για τις ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (U.S. Air Force), που υπήρξε ένας από τους βασικούς χρηματοδότες αυτών των ερευνών στο MIT, η γλώσσα έπρεπε να απογυμνωθεί από το κοινωνικό και συναισθηματικό της περιεχόμενο. Έπρεπε να μετατραπεί σε έναν αποστειρωμένο κώδικα επεξεργασίας σημάτων, κατάλληλο για την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τσόμσκι δεν «ανακάλυψε» τους νόμους της σκέψης, αλλά προσέφερε μια μαθηματική τυποποίηση που βόλευε τον στρατιωτικό προγραμματισμό.


Η επιστημονική κοινότητα συχνά παραβλέπει ότι οι βάσεις για τη θεωρία των αυτομάτων και την υπολογισιμότητα είχαν ήδη τεθεί από μορφές όπως ο Alan Turing και ο Stephen Kleene. Η συνεισφορά του Τσόμσκι ήταν η μεταφορά αυτών των μαθηματικών εννοιών στο πεδίο της γλωσσολογίας, με έναν τρόπο που όμως απομάκρυνε τη γλώσσα από τον φυσικό της φορέα: την κοινωνία. Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα σύνολο πεπερασμένων κανόνων που παράγουν άπειρες προτάσεις, ο Τσόμσκι εισήγαγε μια μηχανιστική αντίληψη που ταυτίζει τον εγκέφαλο με έναν επεξεργαστή δεδομένων.


Αυτή η προσέγγιση εξυπηρέτησε τον θετικισμό της εποχής, καθώς παρουσίαζε τη γλωσσολογία ως μια «σκληρή» επιστήμη, ανάλογη της φυσικής, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στην ιστορικότητα ή την ταξική διάσταση της επικοινωνίας. Η «Ιεραρχία Τσόμσκι» έγινε το πιστοποιητικό εγκυρότητας για να περάσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη ομιλία είναι απλώς η εκτέλεση ενός προ-εγκατεστημένου προγράμματος. Έτσι, το κύρος που απέκτησε ο Τσόμσκι στην πληροφορική χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για να επιβληθεί ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός: αν οι μηχανές μπορούν να δουλέψουν με αυτούς τους κανόνες, τότε —σύμφωνα με το αστικό αφήγημα— και ο άνθρωπος πρέπει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.


Στην πραγματικότητα, η πληροφορική χρησιμοποίησε μόνο το μαθηματικό κέλυφος αυτής της θεωρίας. Η προσπάθεια να εφαρμοστεί η Τσομσκιανή λογική στην κατανόηση της ανθρώπινης συνείδησης οδήγησε σε αδιέξοδο, ακριβώς επειδή αγνόησε ότι η γλώσσα δεν είναι ένα στατικό αυτόματο, αλλά μια ζωντανή, υλική διαδικασία που διαμορφώνεται μέσα από την εργασία και την κοινωνική τριβή. Η στρατιωτική καταγωγή της ιεραρχίας των γραμματικών εξηγεί γιατί η θεωρία αυτή είναι τόσο αποτελεσματική στον έλεγχο των μηχανών, αλλά ταυτόχρονα τόσο φτωχή στην ερμηνεία του ανθρώπου.





Κεφάλαιο 2



Το Ρήγμα του Αμαζονίου


Η περίπτωση της γλώσσας Πιράχα (Pirahã) στον Αμαζόνιο αποτελεί το «πείραμα της φύσης» που κατέρριψε το οικοδόμημα του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Ο Daniel Everett, μελετώντας για δεκαετίες τη συγκεκριμένη φυλή, έφερε στο φως στοιχεία που συγκρούονται με τον πυρήνα της Τσομσκιανής θεωρίας. Ενώ η «Καθολική Γραμματική» προϋποθέτει ότι ορισμένες δομές, όπως η αναδρομή, είναι βιολογικά εγγεγραμμένες στον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι Πιράχα αποδεικνύουν ότι μια γλώσσα μπορεί να λειτουργεί άρτια χωρίς αυτές.


Η απουσία αναδρομής, αριθμών και χρωμάτων στη γλώσσα τους δεν αποτελεί ένδειξη γνωστικής υστέρησης, αλλά απόδειξη του πολιτισμικού ντετερμινισμού. Η ζωή των Πιράχα διέπεται από την «αρχή της άμεσης εμπειρίας», όπου η επικοινωνία περιορίζεται σε όσα συμβαίνουν στο «εδώ και τώρα». Αυτή η στενή σύνδεση της γλωσσικής δομής με τις υλικές συνθήκες διαβίωσης και την κοινωνική οργάνωση επιβεβαιώνει τη βασική θέση του υλισμού: η συνείδηση δεν προηγείται της ύπαρξης, αλλά διαμορφώνεται από αυτήν.


Ο Τσόμσκι και οι υποστηρικτές του προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την ανακάλυψη του Everett, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για μια μεμονωμένη εξαίρεση που δεν αναιρεί τον κανόνα. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μια και μόνο εξαίρεση αρκεί για να καταρρίψει τη θεωρία της «βιολογικής αναγκαιότητας». Αν η γραμματική ήταν πράγματι ένα έμφυτο όργανο, θα έπρεπε να εκδηλώνεται πανομοιότυπα σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι οι Πιράχα στερούνται αυτών των δομών αποδεικνύει ότι η γλώσσα είναι ένα εργαλείο που επινοήθηκε από την κοινωνία για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες.


Η σύγκρουση για τους Πιράχα δεν είναι μια απλή ακαδημαϊκή διαφωνία· είναι μια μάχη για την ίδια την ανθρώπινη φύση. Αν η γλώσσα είναι ένα έμφυτο βιολογικό χαρακτηριστικό, τότε ο άνθρωπος είναι δέσμιος των γονιδίων του. Αν όμως η γλώσσα είναι προϊόν του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει τον εαυτό του αλλάζοντας τις κοινωνικές του συνθήκες. Το «ρήγμα του Αμαζονίου» άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή σε μια γλωσσολογία που δεν αναζητά φαντάσματα μέσα στον εγκέφαλο, αλλά μελετά την επικοινωνία ως ζωντανή, υλική δραστηριότητα.





Κεφάλαιο 3



Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία


Η φιλοσοφική επίθεση που εξαπέλυσε ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» εναντίον του Ερνστ Μαχ παραμένει το πιο οξύ εργαλείο για την αποδόμηση της Τσομσκιανής σχολής. Ο Λένιν διέγνωσε έγκαιρα ότι ο θετικισμός και ο εμπειριοκριτικισμός, πίσω από τον μανδύα της «καθαρής επιστήμης», κρύβουν έναν επικίνδυνο υποκειμενικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Τσόμσκι, αυτή η διολίσθηση είναι εμφανής: η γλώσσα αποκόπτεται από την αντικειμενική πραγματικότητα και την κοινωνική πράξη, για να αναχθεί σε μια εσωτερική, νοητική κατάσταση του ατόμου.


Αυτή η προσέγγιση ταυτίζεται με τις αντιλήψεις που κατήγγειλε ο Λένιν, όπου ο κόσμος και οι λειτουργίες του αντιμετωπίζονται ως κατασκευάσματα του μυαλού ή ως «συμπλέγματα αισθημάτων». Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, ο Τσόμσκι αφαιρεί από τον άνθρωπο την ιστορική του διάσταση. Αν η γνώση των κανόνων προϋπάρχει της εμπειρίας, τότε η συνείδηση δεν είναι αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου, αλλά μια προγραμματισμένη βιολογική μοίρα. Για έναν υλιστή, αυτή η θέση είναι αντιδραστική, καθώς αρνείται ότι η σκέψη διαμορφώνεται μέσα από την υλική αλληλεπίδραση με τη φύση και την κοινωνία.


Είναι εντυπωσιακό πώς το κύρος του Τσόμσκι χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει την πολιτική λειτουργία αυτού του ιδεαλισμού. Όπως ο Μαχ επηρέασε συντρόφους που έχασαν τον δρόμο τους προς το εχθρικό στρατόπεδο, έτσι και ο Τσόμσκι, μέσω του «ελευθεριακού» του προφίλ, εγκλώβισε ένα μεγάλο μέρος της διανόησης σε μια ανάλυση που αγνοεί την ταξική βάση της συνείδησης. Η ανάλυσή του για τον ισπανικό εμφύλιο ή η συμπλέουσα ρητορική του με τον πληροφοριοδότη της MI5, Τζορτζ Όργουελ, αποδεικνύουν ότι ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός και ο πολιτικός αντικομμουνισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.


Η επιστροφή στον Λένιν μας επιτρέπει να δούμε ότι η επιστήμη δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η θεωρία της έμφυτης γραμματικής δεν είναι απλώς μια λάθος υπόθεση, αλλά μια ιδεολογική επιλογή που περιφρουρεί τα όρια του αστικού ατομικισμού. Η γλώσσα δεν είναι μια ιδιωτική, βιολογική ιδιοκτησία του εγκεφάλου, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο που υπάρχει επειδή υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα και η ανάγκη για τη μεταμόρφωσή της. Η αποδοχή του υλισμού στη γλωσσολογία είναι η προϋπόθεση για την κατανόηση της δύναμης που έχει ο άνθρωπος να αλλάζει τη συνείδησή του, αλλάζοντας πρώτα τις υλικές σχέσεις παραγωγής.





Κεφάλαιο 4



Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης: Vygotsky εναντίον Piaget



Η σύγκρουση μεταξύ του Jean Piaget και του Lev Vygotsky σχετικά με τη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού αποτελεί την κεντρική μάχη μεταξύ του βιολογικού ατομικισμού και του κοινωνικού υλισμού. Ο Piaget, κινούμενος σε μια κατεύθυνση που αργότερα θα διευκόλυνε την επικράτηση των Τσομσκιανών αντιλήψεων, έθεσε το άτομο πάνω από την κοινωνία. Για τον Piaget, η ανάπτυξη είναι μια εσωτερική, βιολογική διαδικασία ωρίμανσης που προηγείται της μάθησης. Το παιδί, ως «μικρός επιστήμονας», ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από προκαθορισμένα στάδια, όπου το κοινωνικό περιβάλλον παίζει ρόλο απλού καταλύτη και όχι δημιουργού.


Αντιθέτως, ο Vygotsky, εφαρμόζοντας τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού στην ψυχολογία, αντέστρεψε πλήρως αυτή την οπτική. Υποστήριξε ότι η μάθηση είναι αυτή που προηγείται και σέρνει μαζί της την ανάπτυξη. Κάθε ανώτερη νοητική λειτουργία εμφανίζεται στην ανάπτυξη του παιδιού δύο φορές: πρώτα σε κοινωνικό επίπεδο, ως αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων, και στη συνέχεια σε ατομικό επίπεδο, ως εσωτερικευμένη γνώση. Από αυτή τη σκοπιά, η σκέψη δεν είναι μια έμφυτη ικανότητα που ξεδιπλώνεται, αλλά το αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των κοινωνικών σχέσεων και των εργαλείων του πολιτισμού.


Η διαφορά αυτή έχει τεράστιες πολιτικές και εκπαιδευτικές προεκτάσεις. Ενώ η προσέγγιση του Piaget οδηγεί σε μια παθητική αναμονή της «βιολογικής ωριμότητας», η προσέγγιση του Vygotsky αναδεικνύει την επαναστατική δύναμη της εκπαίδευσης και του περιβάλλοντος. Αν η συνείδηση διαμορφώνεται από την κοινωνική πράξη, τότε η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών είναι ο μοναδικός δρόμος για τη διεύρυνση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ο Vygotsky απέδειξε ότι χωρίς το κοινωνικό «εργαλείο» της γλώσσας, η βιολογική δυνατότητα παραμένει ανενεργή, καταρρίπτοντας την ιδέα του Τσόμσκι για μια έτοιμη, προ-εγκατεστημένη γραμματική.


Η επικράτηση των θεωριών του Piaget στη δυτική παιδαγωγική εξυπηρέτησε την ανάγκη του καπιταλισμού να εστιάσει στο άτομο και να απομονώσει τη μάθηση από το συλλογικό γίγνεσθαι. Όμως, η υλιστική επιστήμη, με οδηγό τον Vygotsky, μας δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένας μοναχικός ερευνητής σε ένα βιολογικό εργαστήριο, αλλά ένα ον που κατασκευάζει τη νόησή του μέσα στην κοινωνία. Η συνείδηση δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι ένα κοινωνικό προϊόν που αντικατοπτρίζει τις υλικές σχέσεις μέσα στις οποίες γεννιέται και αναπτύσσεται.





Κεφάλαιο 5



Από την Εργασία στον Εγκέφαλο: Η Δικαίωση των Ένγκελς και Luria



Η υλιστική κατανόηση της συνείδησης ολοκληρώνεται με τη σύνδεση της κοινωνικής θεωρίας του Φρίντριχ Ένγκελς και της νευροψυχολογικής έρευνας του Alexander Luria. Ο Ένγκελς, στο διορατικό του έργο για τον ρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου, υποστήριξε ότι η εργασία δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα επιβίωσης, αλλά η βασική δύναμη που δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο. Η διαλεκτική αλληλουχία που περιέγραψε —όπου η χρήση εργαλείων απελευθέρωσε το χέρι, η συλλογική δράση γέννησε τη γλώσσα και αυτά τα δύο μαζί ανάγκασαν τον εγκέφαλο να αναπτυχθεί— αποτελεί τη βάση της σύγχρονης εξελικτικής επιστήμης.


Αυτή η προσέγγιση βρήκε την επιστημονική της επιβεβαίωση στο έργο του Alexander Luria, του πατέρα της νευροψυχολογίας. Ο Luria απέδειξε ότι ο εγκέφαλος δεν είναι ένα άθροισμα από στατικά, έμφυτα «κέντρα», αλλά ένα δυναμικό σύστημα λειτουργικών μονάδων που αναδιοργανώνονται υλικά μέσα από την κοινωνική πράξη. Οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες δεν είναι εγγεγραμμένες στα γονίδια, όπως ισχυρίζεται ο Τσόμσκι, αλλά σχηματίζονται κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, καθώς ο εγκέφαλος εσωτερικεύει τα κοινωνικά εργαλεία και τον πολιτισμό. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο: η χρήση του εργαλείου και της λέξης δημιούργησε νέες νευρικές συνδέσεις, μετατρέποντας τη βιολογική ύλη σε κοινωνική συνείδηση.


Οι έρευνες του Luria στο Ουζμπεκιστάν τη δεκαετία του '30 υπήρξαν καθοριστικές, καθώς απέδειξαν ότι όταν οι υλικές συνθήκες και οι σχέσεις παραγωγής μιας κοινωνίας αλλάζουν, αλλάζει ριζικά και η ίδια η δομή της ανθρώπινης σκέψης. Οι άνθρωποι που πέρασαν από την προ-βιομηχανική στη συλλογική σοσιαλιστική παραγωγή ανέπτυξαν νέες μορφές λογικής και αφαίρεσης, αποδεικνύοντας ότι η νόηση δεν είναι μια στατική οντότητα. Αυτό το εύρημα καταρρίπτει τον δυτικό «γνωσιακό ιδεαλισμό» που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο αμετάβλητων εσωτερικών μηχανισμών.


Σήμερα, η ανακάλυψη της νευροπλαστικότητας δικαιώνει πλήρως τη σοβιετική σχολή, δείχνοντας ότι ο εγκέφαλός μας είναι ένα κοινωνικό προϊόν υπό διαρκή κατασκευή. Η εμμονή της αστικής επιστήμης στις «έμφυτες ιδέες» του Τσόμσκι αποτελεί μια προσπάθεια άρνησης αυτής της πλαστικότητας. Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από την εργασία και το περιβάλλον του, τότε η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι μόνο πολιτική αναγκαιότητα, αλλά και ο μοναδικός τρόπος για την πραγματική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.





Κεφάλαιο 6



Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη



Η σύγχρονη επανάσταση στον τομέα της πληροφορικής και η ανάδυση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) αποτελούν την τελική, υλική διάψευση της Τσομσκιανής θεωρίας. Για δεκαετίες, η προσπάθεια δημιουργίας τεχνητής νοημοσύνης στη Δύση είχε εγκλωβιστεί στο «συμβολικό μοντέλο», προσπαθώντας να προγραμματίσει τις μηχανές με βάση τους έμφυτους κανόνες και τις λογικές δομές που πρότεινε ο Τσόμσκι. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από αποτυχίες, καθώς αποδείχθηκε ότι η γλώσσα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένα κλειστό σύστημα αφηρημένων κανόνων αποκομμένο από την εμπειρία.


Η επιτυχία των σύγχρονων νευρωνικών δικτύων βασίστηκε σε μια διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση, η οποία, έστω και ασυνείδητα, ακολουθεί τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Τα μοντέλα αυτά δεν διαθέτουν καμία «έμφυτη γραμματική». Αντίθετα, εκπαιδεύονται πάνω σε τεράστιους όγκους δεδομένων, απορροφώντας τη συλλογική ανθρώπινη εμπειρία όπως αυτή έχει καταγραφεί στην ιστορία, τη λογοτεχνία και την κοινωνική επικοινωνία. Η ικανότητά τους να παράγουν λόγο δεν πηγάζει από έναν προ-εγκατεστημένο αλγόριθμο, αλλά από τη στατιστική συσχέτιση δισεκατομμυρίων παραμέτρων. Είναι η ζωντανή εφαρμογή του νόμου της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα: η τεράστια συσσώρευση πληροφορίας γεννά μια νέα ποιοτική κατάσταση «νόησης».


Αυτή η εξέλιξη δικαιώνει πλήρως τον Vygotsky, ο οποίος υποστήριζε ότι η γλώσσα είναι το αποτύπωμα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Οι μηχανές σήμερα «μαθαίνουν» γλώσσα με τον ίδιο τρόπο που το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο: μέσω της τριβής με το υπάρχον υλικό υπόβαθρο του πολιτισμού. Η αποτυχία του Τσομσκιανού μοντέλου στην πληροφορική οφείλεται στην άρνησή του να δει τη γλώσσα ως κάτι δυναμικό και κοινωνικό. Ενώ ο Τσόμσκι έψαχνε «μαθηματικές αλήθειες» μέσα στο βιολογικό κενό, η πραγματικότητα απέδειξε ότι η νοημοσύνη αναδύεται μόνο μέσα από την επεξεργασία της υλικής πραγματικότητας.


Το κύρος που διατηρεί ακόμα ο Τσόμσκι στον κόσμο των υπολογιστών είναι πλέον μουσειακό και ιδεολογικό.


Η επιστήμη έχει προχωρήσει προς τον «συνδετισμό», ένα μοντέλο που προσομοιώνει την πλαστικότητα του εγκεφάλου και την εξάρτησή του από το περιβάλλον. Η τεχνολογική πρόοδος επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν «φαντάσματα» ή έμφυτοι κώδικες που καθορίζουν τη σκέψη. Η νοημοσύνη, είτε ανθρώπινη είτε τεχνητή, είναι το προϊόν της οργάνωσης της ύλης και της κοινωνικής εμπειρίας, καταρρίπτοντας οριστικά τις ιδεαλιστικές προκαταλήψεις που ήθελαν τη νόηση αποκομμένη από την ιστορική εξέλιξη.





Κεφάλαιο 7



Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»


Η κυριαρχία του Τσομσκιανού μοντέλου στις δυτικές κοινωνίες δεν οφείλεται στην επιστημονική του επάρκεια, η οποία άλλωστε διαψεύδεται διαρκώς, αλλά στην ιδεολογική του χρησιμότητα για το αστικό σύστημα. Ο «επιστημονισμός» —η χρήση δηλαδή της επιστημονικής αυθεντίας για την επιβολή μεταφυσικών απόψεων— λειτουργεί εδώ ως προπέτασμα καπνού. Παρουσιάζοντας τη γλώσσα και τη νόηση ως βιολογικά προκαθορισμένες ιδιότητες, η άρχουσα τάξη επιχειρεί να πείσει ότι οι κοινωνικές ανισότητες, οι ταξικοί περιορισμοί και η ίδια η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι προϊόντα «γονιδιακής μοίρας» και όχι κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.


Αυτή η στρατηγική αποπολιτικοποίησης της επιστήμης στοχεύει στην απογοήτευση της εργατικής τάξης. Αν η συνείδηση είναι ένα κλειστό βιολογικό κύκλωμα, τότε η προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας και ενός «νέου ανθρώπου» είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο Τσόμσκι, μέσα από τη θέση του ως «εγκεκριμένος επαναστάτης» της ακαδημαϊκής Δύσης, προσέφερε το απαραίτητο άλλοθι σε μια διανόηση που ήθελε να ασκεί κριτική στον ιμπεριαλισμό, παραμένοντας όμως πιστή στις ιδεαλιστικές βάσεις του ατομικισμού. Η ταύτιση της ελευθερίας με μια αφηρημένη «βιολογική ικανότητα» και όχι με την υλική απελευθέρωση από την εκμετάλλευση, αποτελεί την πεμπτουσία αυτής της ιδεολογικής παγίδας.


Η σύγχυση που προκαλείται στον λαό από τέτοιου είδους «είδωλα» είναι σκόπιμη. Όταν οι σύντροφοι ή οι αγωνιστές δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ του υλισμού και του θετικιστικού εμπειριοκριτικισμού, κινδυνεύουν να υιοθετήσουν αντιδραστικές θέσεις με το πρόσχημα της «επιστημονικής προόδου». Η ιστορία της γλωσσολογίας του 20ού αιώνα είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις, όπου η εμπορευματοποίηση των θεωριών της γαλλικής και γερμανικής σχολής χρηματοδοτήθηκε για να υποσκάψει το σοβιετικό μοντέλο σκέψης, αντικαθιστώντας τη διαλεκτική με τον μεταμοντέρνο υποκειμενισμό.


Η επιστροφή στην υλιστική ανάλυση δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η μόνη διέξοδος προς το μέλλον. Η αποδόμηση του Τσόμσκι είναι στην πραγματικότητα η αποδόμηση της αυταπάτης ότι η επιστήμη μπορεί να είναι ουδέτερη. Κάθε θεωρία για τον εγκέφαλο και τη γλώσσα είναι ταυτόχρονα και μια θεωρία για την κοινωνία. Η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που διαμορφώνεται από το περιβάλλον του και την εργασία του, μας επιστρέφει το σημαντικότερο όπλο μας: τη βεβαιότητα ότι αλλάζοντας τις υλικές συνθήκες της ζωής μας, μπορούμε να αλλάξουμε την ίδια την ανθρώπινη φύση.





Επίλογος



Η Νίκη της Διαλεκτικής στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης



Η περιήγηση στις πτυχές της Τσομσκιανής θεωρίας και η αντιπαραβολή της με την υλιστική παράδοση δεν αποτελεί μια απλή ακαδημαϊκή αναδίφηση, αλλά μια αναγκαιότητα για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Στην καρδιά αυτής της διαμάχης βρίσκεται η αιώνια σύγκρουση δύο διαμετρικά αντίθετων κοσμοαντιλήψεων: από τη μία πλευρά, ο υποκειμενικός και μεταφυσικός ιδεαλισμός που αναζητά στατικές, έμφυτες αλήθειες μέσα στο βιολογικό κενό, και από την άλλη, ο διαλεκτικός υλισμός που αντιλαμβάνεται τη συνείδηση ως το ανώτατο προϊόν της οργανωμένης ύλης και της κοινωνικής πράξης.


Η αποτυχία του Τσόμσκι να ερμηνεύσει τη γλώσσα ως ζωντανή διαδικασία δεν ήταν μια προσωπική επιστημονική αστοχία, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας φιλοσοφίας που αρνείται την ιστορικότητα. Όπως ο Λένιν ξεσκέπασε τον εμπειριοκριτικισμό ως μια προσπάθεια της αστικής τάξης να «εξαϋλώσει» την ύλη, έτσι και η σύγχρονη αποδόμηση της «Καθολικής Γραμματικής» αποκαλύπτει την προσπάθεια του συστήματος να εγκλωβίσει την ανθρώπινη ελευθερία στα στενά όρια ενός γενετικού προγράμματος.


Αν ο άνθρωπος είναι «προγραμματισμένος», τότε η κοινωνική επανάσταση είναι μια βιολογική παρασπονδία. Αν όμως ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, τότε η δυνατότητα για τη μεταμόρφωση του κόσμου παραμένει ανοιχτή και επιτακτική.


Η πιο εκκωφαντική δικαίωση του υλισμού, ωστόσο, ήρθε από εκεί που η αστική διανόηση δεν το περίμενε: από την ίδια την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η ανάδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) υπήρξε το «βατερλό» του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Η μηχανή δεν έμαθε να μιλάει επειδή της δόθηκαν οι «έμφυτοι κανόνες» του Τσόμσκι, αλλά επειδή απορρόφησε δισεκατομμύρια ίχνη της ανθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας.


Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι, στην πραγματικότητα, ένας καθρέφτης της συλλογικής μας εργασίας και εμπειρίας. Απέδειξε στην πράξη ότι η νόηση δεν είναι ένα «θείο δώρο» ή μια τυχαία μετάλλαξη, αλλά μια αναδυόμενη ιδιότητα που προκύπτει από τη συσσώρευση πληροφορίας και την υλική αλληλεπίδραση. Η ποσότητα των δεδομένων μετατράπηκε σε ποιότητα λόγου, επιβεβαιώνοντας τους νόμους της διαλεκτικής μέσα στα κυκλώματα του πυριτίου.


Ολοκληρώνοντας αυτό το πόνημα, γίνεται σαφές ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η φιλοσοφία δεν είναι αποκομμένες από την ταξική πάλη. Η «θεοποίηση» ειδώλων όπως ο Τσόμσκι χρησιμεύει για να κρατά τη σκέψη μας δέσμια της μεταφυσικής, αποκόπτοντάς μας από τη δύναμη της πράξης. Η επιστροφή στον Ένγκελς, τον Λένιν, τον Vygotsky και τον Luria δεν είναι νοσταλγία, αλλά η επανεξοπλιστική διαδικασία που απαιτείται για να κατανοήσουμε την εποχή μας.


Η γνώση ότι ο εγκέφαλος διαμορφώνεται από την εργασία και η συνείδηση από την κοινωνία, μας δίνει την απόλυτη ευθύνη και το δικαίωμα να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η γνώση δεν θα είναι εργαλεία χειραγώγησης, αλλά μέσα για την καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου. Η διαλεκτική δεν είναι απλώς μια μέθοδος ανάλυσης· είναι η ίδια η κίνηση της ιστορίας προς την αυτογνωσία της.



Commun✮rios




Σάββατο

Νίκος Ζαχαριάδης - Ὀρθοδοξία «Μπαρουταποθῆκες καὶ λαϊκὰ φρούρια τὰ Μοναστήρια κατὰ τὸ 1821»

 Τὸ κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στὴν πρώτη σελίδα τοῦ Ριζοσπάστη στὶς 9 Σεπτεμβρίου 1945 μὲ τίτλο «Ὀρθοδοξία». Ἀκολούθησαν ἀναδημοσιεύσεις στὴν Κομμουνιστικὴ Ἐπιθεώρηση (τεῦχος Ἰουλίου-Αὐγούστου 1984) καὶ στὴν ἐφημερίδα «Ποντίκι», 31 Αὐγούστου 2000.

Σημείωση: Στὸ παρακάτω ἄρθρο τοῦ ἄλλοτε Γενικοῦ Γραμματέα τοῦ ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ὁ ὁποῖος κάθε ἄλλο ἀπὸ ἀναθεωρητισμό-ρεβιζιονισμὸ ὡς πρὸς τὸ φιλοσοφικὸ μαρξιστικὸ ὑλισμό, μπορεῖ νὰ κατηγορηθεῖ. Ὀρθόδοξος μαρξιστής-λενινιστὴς ὁ Ν.Ζ., στὰ δύσκολα χρόνια τοῦ 1945 κρίνει ὅτι τὸ κόμμα του δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ παραβλέψει μία ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια, ὅτι δηλαδὴ «ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἔπαιξε ἕναν προοδευτικὸ ρόλο τόσο σὰν παράγοντας ποὺ διευκόλυνε καὶ ἐπιτάχυνε τὴν ἐθνικὴ διαμόρφωση, συσπείρωση καὶ ἀνάπτυξη... ὅσο σὰν στοιχεῖο ποὺ στὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς... συνέτεινε σημαντικὰ στὸν ἐθνικοαπελευθερωτικὸ ἀγῶνα...», γι᾿ αὐτὸ καὶ εἰσηγεῖται γραμμὴ πλεύσης ποὺ νὰ βοηθᾷ τὴν Ἐκκλησία «νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἰσορροπία της καὶ νὰ γίνει παράγοντας συμφιλίωσης, ἀδελφοσύνης, εἰρήνης καὶ συνεργασίας ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας»! Ἔτσι ἔβλεπε ὁ σκληρὸς αὐτὸς ἡγέτης τοῦ ΚΚΕ τὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας μας, ρόλο ἄμεσης λειτουργίας μέσα στὴν κοινωνία γιὰ συμφιλίωση καὶ συναδέλφωση καὶ ὄχι ρόλο τοῦ περιθωρίου καὶ τῆς ἰδιωτικῆς μας ζωῆς. Ἂς τὸν διαβάσουμε ἢ μᾶλλον ἂς τὸν ξαναδιαβάσουν οἳ σημερινοὶ ἀρνητὲς τῶν πάντων.

σ.δ. Ἐπίσης, δηλοῦμεν ὅτι τὸ ἄρθρο ἐκφράζει σὲ ὅλην του τὴν ἔκταση μόνον τὸν συγγραφέα του. Ἡ διαχείριση τοῦ παρόντος δικτυακοῦ τόπου ἔχει διαφωνίες σὲ κάποια σημεῖα τοῦ κειμένου ποὺ σχετίζονται μὲ ἰσχυροὺς ἑλληνικοὺς θεσμούς.


Πληροφορίες ποὺ δημοσιεύτηκαν σὲ ἀθηναϊκὲς ἐφημερίδες μᾶς πληροφοροῦν ὅτι στὸ Λονδίνο ὁ Μακαριότατος θὰ συζητήσει μὲ τοὺς ὑπεύθυνους ἀγγλικοὺς κύκλους καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ξαναγίνεται προσπάθεια στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Πόλης νὰ μεταβληθεῖ πάλι ὄχι μόνο σὲ στίβο προσωπικῶν ἀντιζηλιῶν καὶ ἐπιδιώξεων ποὺ ἔχουν συναμεταξύ τους διάφοροι χρεοκοπημένοι ἱεράρχες, μὰ καὶ σὲ ὄργανο μεγαλοδυναμικῶν ἐξωορθοδοξιακῶν βλέψεων.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἑλληνικὸς Λαὸς πρέπει νὰ προσέξει ἐξαιρετικά. Χωρὶς νὰ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πέσει σὲ ἀνακρίβειες, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυριστεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ λαοφθόρα διαμάχη ἀνάμεσα στοὺς βαλκανικοὺς λαοὺς χρονικὰ συμπίπτει μὲ τὴν ἐποχὴ ποὺ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀρχίζει νὰ κομματιάζεται καὶ νὰ γίνεται ὄργανο ξένων, ἀνθελληνικῶν, ἀντιβαλκανικῶν καὶ ἀντιορθοδοξιακῶν συμφερόντων.

Ὁ μεγαλοτυχοδιωκτικὸς ἐθνικισμὸς μέσα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δὲν ἔβλαψε καὶ αὐτὸς λίγο τὸ ἔργο γιὰ μία δημοκρατικὴ συνεργασία καὶ συμβίωση στὰ Βαλκάνια καὶ μὲ τοὺς φατριασμοὺς τῆς φαναριώτικης παπαδοκρατίας τράφηκε πολλὲς φορὲς καὶ ἐνισχύθηκε τὸ τοπικιστικὸ διασπαστικὸ πνεῦμα μέσα στοὺς κόλπους τῆς ὀρθοδοξίας, ποὺ τόσο ἔβλαψε τὴ λαϊκὴ καὶ ἐθνικὴ ἐξέλιξη καὶ πρόοδο ὅλων τῶν βαλκανικῶν λαῶν.

Τὸ ξάπλωμα καὶ ἡ ἐπικράτηση τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς χῶρες καὶ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης καθὼς καὶ στὴ Μικρασία καὶ τὴ Μέση Ἀνατολὴ ἀνταποκρίνεται ἱστορικὰ στὴν ἀντίδραση ποὺ προκαλοῦσαν οἱ τάσεις γιὰ πνευματική, πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἐπέκταση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Δυτικοῦ Ῥωμαϊκοῦ Κράτους καὶ τοῦ καθολικισμοῦ - παπισμοῦ. Μὰ ἡ ἐπικράτηση αὐτὴ δὲν ὀφείλεται μονάχα σὲ ἀρνητικὰ αἴτια. Ἔχει καὶ θετικὰ βάθρα, γιατὶ χωρὶς νὰ παραγνωρίζουμε τὶς ἐθνικὲς καὶ τοπικὲς ἰδιομορφίες, ἡ Ὀρθοδοξία ἰδεολογικὰ - πνευματικὰ ἀνταποκρίνεται σὲ μία νοοτροπία λαϊκή, σ᾿ ἕνα ἐσωτερικὸ ψυχικὸ δεσμό, ποὺ ὁ Εὐρωπαῖος κοσμοπολίτης ὀνομάζει «ἀνατολικὸ πνεῦμα» καὶ ὁ ξεπεσμένος καὶ ἔκφυλος Λεβαντῖνος περιφρονεῖ μὰ ποὺ συγκεντρώνει καὶ ἐκφράζει ἐσωτερικὴ λαϊκὴ ἑνότητα καὶ ἐκδηλώνει ἀνώτερα ἰδεώδη καὶ χαρίσματα, ἄσχετα ἂν στὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς μεσαιωνικῆς κατάστασης καὶ τοῦ ἀσιατικοῦ δεσποτισμοῦ τοῦ Βυζαντίου κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους μὲ μορφὴ θρησκευτικο-ἐκκλησιαστική.

Ἐδῶ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία γενικότερα, ὅπως τὴν ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία αὐτή, παῖξαν ὄχι μόνο στὴ Ῥωσία μὰ καὶ στὰ Βαλκάνια ἕναν προοδευτικὸ ρόλο τόσο σὰν παράγοντας ποὺ διευκόλυνε καὶ ἐπιτάχυνε τὴν ἐθνικὴ διαμόρφωση, συσπείρωση καὶ ἀνάπτυξη, παρέχοντάς της ἑνιαῖα ἰδεολογικὰ πλαίσια, ὅσο σὰν στοιχεῖο ποὺ στὰ χρόνια τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ καὶ τῆς σκλαβιᾶς κάτω ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ τυραννία συνέτεινε σημαντικὰ καὶ οὐσιαστικὰ στὸν ἐθνικοαπελευθερωτικὸ τότε ἀγῶνα, παρὰ καὶ ἐνάντια στὴν ἀντίδραση καὶ προδοσία ποὺ ἔκαναν σημαντικοὶ καὶ σημαίνοντες παράγοντες καὶ κορυφὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ἰδιαίτερα στὸ Φανάρι. Εἶναι ἀναρίθμητα τὰ παραδείγματα ποὺ δείχνουν ὅτι ταγοὶ καὶ ἁπλοὶ στρατευόμενοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας πάλεψαν καὶ μὲ τὸ ντουφέκι στὸ χέρι στὸ πλευρὸ τοῦ Λαοῦ καὶ ὅτι μοναστήρια καὶ μοναστήρια εἶχαν μεταβληθεῖ σὲ μπαρουταποθῆκες καὶ λαϊκὰ φρούρια.

* * *

Στὰ χρόνια της χιτλεροφασιστικῆς ὑποδούλωσης στὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὴν οὐσιαστικὴ ἀντίδραση τῆς κεφαλῆς τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, ποὺ συνέχιζε τὴν προδοτικὴ καὶ ἀντιλαϊκὴ στάση της κατὰ τὴν περίοδο τῆς τεταρτοαυγουστιανῆς δικτατορίας, ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ Κλήρου τάχθηκε στὸ πλευρὸ τοῦ Λαοῦ καὶ πολέμησε μαζί του. Σήμερα ἡ μοναρχοφασιστικὴ ἀντίδραση προσπαθεῖ κάτω ἀπὸ ξένες ἐμπνεύσεις νὰ σπάσει καὶ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ δημιουργία τοῦ Κλήρου στὸν καιρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντίστασης. Καὶ νὰ κάνει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τὴν Αὐτοκέφαλη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ξανὰ ὄργανο ξένων ἐπιρροῶν στὰ Βαλκάνια, ὄργανο διάσπασης ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ὅπως φαίνεται ἐξυπηρετεῖ τὸ ταξίδι τοῦ Μακαριώτατου στὸ Λονδίνο, ὅπου θὰ πάει νὰ μηχανορραφήσει. Τὸ ὅλο ζήτημα καταντᾷ πολὺ πιὸ ὕποπτο γιατὶ εἶναι ἀνακατεμένος καὶ ὁ πολὺς τέταρτο-αὐγουστιανὸς Χρύσανθος.

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πρέπει νἄμαστε στὸ σημεῖο αὐτὸ πολὺ εὐαίσθητοι, προσεκτικοὶ καὶ ἄγρυπνοι. Ἡ ἀντιδραστικὴ μοναρχοφασιστικὴ δεξιὰ καὶ οἱ συνεργάτες της θέλουν σήμερα νὰ καπηλευθοῦν καὶ αὐτὸ τὸ ἁγνὸ καὶ ἀκμαῖο θρησκευτικὸ αἴσθημα τοῦ Λαοῦ μας. Νὰ ἐμπορευθοῦν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ νὰ τὴν ξανακάνουν ὄργανο διχασμοῦ καὶ διχόνοιας στὰ Βαλκάνια, στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἀνατολὴ καὶ στὴ Μέση Ἀνατολή.

Αὐτοῦ βρίσκεται σήμερα ἕνας σοβαρὸς κίνδυνος. Τεταρτοαυγουστιανοί, δοσίλογοι καὶ συνθηκολόγοι καθοδηγητὲς στὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι μία ἀπειλὴ ἐθνικὴ καὶ πρὸς τὰ μέσα καὶ πρὸς τὰ ἔξω. Ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία καὶ γενικότερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, πρέπει νὰ ἀποβλέψουν στὸ μοναδικὸ προορισμό τους ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς δώσει καὶ μία ἀτράνταχτη ἱστορικὴ δικαίωση: Νὰ γίνουν συνδετικοὶ κρίκοι ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπόστολοι τῆς πνευματικῆς, πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς συνεννόησης καὶ συνεργασίας. Σ᾿ αὐτὸν τὸν ρόλο καὶ τὴν ἀποστολή, πρωτοπόρο καὶ πρωτεργάτη θέλει ὁ Λαὸς τῆς Ἑλλάδας τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία του. Τὸ πρῶτο βῆμα θὰ γίνει μὲ τὴν ἀποκατάσταση συνεργασίας καὶ ἑνότητας στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.

Σὲ μία τέτοια κίνηση, ποὺ ἀπὸ πολλοὺς τώρα μῆνες συνεχίζεται καὶ καρποφορεῖ, δὲν παίρνει ἐπιδειχτικὰ μέρος ἡ Ἑλληνικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία, ποὺ στὶς ἀντιορθοδοξιακὲς πλεκτάνες της προσπαθεῖ νὰ μπλέξει καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Πόλης.

Εἶναι μία καθαρὴ ξενοκίνητη διασπαστικὴ κίνηση ποὺ ἂν παρουσιάζει μερικὲς ἐπιτυχίες, εἶναι γιατὶ ἐπικρατεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας ἕνα τεταρτοαυγουστιανὸ ἐσωτερικὸ καθεστὼς ποὺ πνίγει τὴ φωνὴ τοῦ λαϊκοῦ κλήρου καὶ κρατᾷ στὴν ἀρχὴ προδότες, δοσίλογους, συμβιβαστές, ποὺ ἐξυπηρετοῦν μόνο ξένους σκοποὺς καὶ συμφέροντα.

Εἶναι ἀπαραίτητο, λοιπόν, ἕνα ἐσωτερικὸ σάρωμα, θαρραλέο καὶ ἐξυγιαντικὸ μέσα στὶς γραμμὲς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὴν ἰσορροπία της. Καὶ νὰ γίνει ὅπως τὴ θέλει ὁ Λαός, παράγοντας συμφιλίωσης, ἀδελφοσύνης, εἰρήνης καὶ συνεργασίας ἀνάμεσα στοὺς Λαοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας.

Communarios - facebook