Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαλεκτικός Υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαλεκτικός Υλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη

Η Υλική Βάση της Αλλοτρίωσης: Μια Ταξική Ανάλυση της «Συμπαράστασης» στη Βιολάντα

 


Commun✮rios
Σύμφωνα με τη Μαρξιστική-Λενινιστική θεώρηση, η κοινωνική συνείδηση καθορίζεται από το κοινωνικό είναι. Στην περίπτωση της βιομηχανίας Βιολάντα, η κινητοποίηση μιας μερίδας εργαζομένων υπέρ της εργοδοσίας, αμέσως μετά το τραγικό εργατικό δυστύχημα της 26ης Ιανουαρίου 2026, δεν είναι μια τυχαία «συναισθηματική» αντίδραση, αλλά έχει βαθιές υλικές ρίζες.
Η πρόσφατη εικόνα εργαζομένων να συγκεντρώνονται προς στήριξη της εργοδοσίας, λίγες μόλις ημέρες μετά το τραγικό δυστύχημα στο εργοστάσιο, αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η υλική πραγματικότητα καθορίζει και συχνά αλλοτριώνει την κοινωνική συνείδηση. Στην περίπτωση αυτή, η κινητοποίηση δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης, αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς εξάρτησης που εδράζεται στην ύπαρξη της λεγόμενης «εργατικής αριστοκρατίας».
Όταν ο βασικός συντονιστής της εκδήλωσης είναι στέλεχος της επιχείρησης, στενός συγγενής του ιδιοκτήτη και δραστήριο μέλος του κυβερνώντος κόμματος, η μαρξιστική οπτική αποκαλύπτει αμέσως τον ρόλο του: 
λειτουργεί ως ο ιδεολογικός τοποτηρητής του κεφαλαίου μέσα στις γραμμές της παραγωγής.
 Αυτά τα στελέχη, που σπάνια εκτίθενται στον κίνδυνο του εργατικού ατυχήματος καθώς η παρουσία τους στο «κάτεργο» περιορίζεται στον έλεγχο και τον εκφοβισμό, εξαρτούν την καλοπέραση και το μέλλον τους αποκλειστικά από το αφεντικό. Έχουν, επομένως, ζωτικό συμφέρον να οικοδομήσουν ένα αφήγημα «αθώωσης», παρασύροντας μαζί τους και ένα κομμάτι των απλών εργατών.
Η υλική βάση αυτής της στάσης ενισχύεται από το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι συνδέονται με την εργοδοσία μέσω συγγενικών ή εντοπιοκρατικών δεσμών. Σε μια κλειστή κοινωνία, οι «αγαθοεργίες» του εργοδότη και η διασύνδεσή του με τους πολιτικούς παράγοντες της περιοχής - οι οποίοι προωθούν την «επιχειρηματικότητα» ως τη μόνη θεότητα - δημιουργούν ένα πλέγμα προστασίας που εξαγοράζει την κοινωνική ειρήνη. Ο εργάτης, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της απώλειας του επιούσιου, οδηγείται στην ψευδαίσθηση ότι τα συμφέροντά του ταυτίζονται με εκείνα του εκμεταλλευτή του.
Ωστόσο, η έλλειψη ταξικής συνείδησης δεν είναι τυχαία. Η συστηματική απαγόρευση εισόδου συνδικαλιστικών φορέων και η απομόνωση των εργαζομένων μέσα στους τοίχους της βιομηχανίας λειτουργούν ως ένα πνευματικό στεγανό. Χωρίς τη δυνατότητα ζύμωσης και συλλογικής διεκδίκησης, οι εργαζόμενοι στερούνται τα εργαλεία για να κατανοήσουν την πραγματική τους θέση στην παραγωγή.
Για τον λόγο αυτό, παρά την οργή που προκαλεί η εικόνα του «χειροκροτήματος» μπροστά στην τραγωδία, η μαρξιστική ανάλυση οφείλει να δείξει μια μορφή κατανόησης - ένα ιστορικό «συγχωροχάρτι» - προς τον απλό εργάτη. Δεν πρόκειται για ηθική δικαίωση, αλλά για την παραδοχή ότι ένας άνθρωπος τρομοκρατημένος, χωρίς ταξική παιδεία και με το πιστόλι της επιβίωσης στον κρόταφο, γίνεται εύκολα έρμαιο της εργοδοτικής προπαγάνδας. Η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τους μηχανισμούς που κρατούν αυτές τις συνειδήσεις στο σκοτάδι, μετατρέποντας τον φόβο για το αύριο σε εκδήλωση «νομιμοφροσύνης» προς το σύστημα που τους καταπιέζει.

Το Ταξικό μας Χρέος απέναντι στην Αλήθεια και την Επιβίωση

Κλείνοντας αυτή την ανάλυση, είναι επιτακτική ανάγκη να προβούμε σε έναν σαφή και δίκαιο διαχωρισμό ανάμεσα σε δύο διακριτές κατηγορίες που βρέθηκαν σε εκείνη τη μάζωξη. Από τη μία πλευρά, στέκεται η «εργατική αριστοκρατία»: οι συγγενείς, τα στελέχη και οι πολιτικά δικτυωμένοι εγκάθετοι της εργοδοσίας. Για αυτούς δεν υπάρχει ελαφρυντικό, καθώς η στάση τους είναι συνειδητή επιλογή προάσπισης των προνομίων τους πάνω στις πλάτες των συναδέλφων τους.
Από την άλλη πλευρά, όμως, βρίσκονται οι απλοί εργαζόμενοι, οι άνθρωποι της βιοπάλης που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με το σκληρό πρόσωπο της ανεργίας. Το δικό μας χρέος είναι, πρώτα απ' όλα, να κατανοήσουμε την υλική βάση της δικής τους στάσης. Όταν η επιβίωση της οικογένειας κρέμεται από μια κλωστή και το «ψωμί» ταυτίζεται με τη λειτουργία του εργοστασίου, ο φόβος γίνεται ο χειρότερος σύμβουλος. Δεν έχουμε το δικαίωμα να τους «κουνάμε το δάχτυλο» αφ' υψηλού, την ώρα που εκείνοι βυθίζονται στην αβεβαιότητα της ανεργίας.
Το πραγματικό μας καθήκον είναι να σταθούμε δίπλα τους, προσφέροντας την ταξική επιμόρφωση που τους στερήθηκε μέσα στο εργασιακό κάτεργο. Οφείλουμε να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν ότι το συμφέρον τους δεν ταυτίζεται με τον εργοδότη που θυσιάζει την ασφάλειά τους στον βωμό του κέρδους, αλλά με τη συλλογική δύναμη της τάξης τους. Η αλληλεγγύη μας πρέπει να είναι έμπρακτη: να τους δείξουμε ότι η αξιοπρέπεια δεν κερδίζεται με χειροκροτήματα προς τα αφεντικά, αλλά με την οργάνωση και τον κοινό αγώνα για εργασία με ασφάλεια και δικαιώματα. Μόνο μέσα από την υπομονετική, συντροφική προσέγγιση - και όχι από τη διδακτική καταδίκη - θα μπορέσει ο άνεργος εργάτης να μετατρέψει την απόγνωσή του σε ταξική συνείδηση και δύναμη ανατροπής.

Τετάρτη

«Ο Κώδικας της Αυταπάτης: Η Γλώσσα πέρα από τον Τσόμσκι»

 

Η Μεγάλη Πλάνη του Τσόμσκι: 

Γλώσσα, AI/LLMs και ο Υλισμός της Συνείδησης



    


Περιεχόμενο



  • Εισαγωγή: Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


  • Κεφάλαιο 1: Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική τους Καταγωγή. (Η ανάλυση για το MIT, τη χρηματοδότηση του Πενταγώνου και τον περιορισμό της γλώσσας σε μαθηματικό αλγόριθμο).


  • Κεφάλαιο 2: Το Ρήγμα του Αμαζονίου. (Η περίπτωση των Πιράχα και η κατάρρευση της αναδρομής ως βιολογικού καθολικού).


  • Κεφάλαιο 3: Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία. (Η εφαρμογή της κριτικής του Λένιν στον Τσόμσκι και η σύνδεση με τον Μαχ και τον Όργουελ).


  • Κεφάλαιο 4: Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης. (Vygotsky, Piaget και η διαλεκτική σχέση ατόμου-περιβάλλοντος).


  • Κεφάλαιο 5: Από την Εργασία στον Εγκέφαλο. (Η δικαίωση του Ένγκελς μέσα από τη νευροψυχολογία του Luria και τις αντανακλάσεις του Pavlov).


  • Κεφάλαιο 6: Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη. (Γιατί τα LLMs δικαιώνουν τον υλισμό και όχι τους κανόνες του Τσόμσκι).


  •  Κεφάλαιο 7: Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»

  •  Επίλογος





Σημείωμα του Συγγραφέα



Η συγγραφή αυτού του πονήματος δεν γεννήθηκε μέσα σε κάποιο αποστειρωμένο ακαδημαϊκό εργαστήριο, αλλά μέσα από την καθημερινή τριβή με την υλική πραγματικότητα της πληροφορικής και την αδιάκοπη εργασία πάνω στον κώδικα. Ως insider στον κόσμο του λογισμικού και του Full Stack Development, έχω την ευκαιρία να παρατηρώ από πρώτο χέρι το χάσμα που χωρίζει τις κυρίαρχες ιδεαλιστικές θεωρίες για τη νόηση από την πραγματική λειτουργία της τεχνολογίας και της ανθρώπινης συνείδησης.


Για χρόνια, το όνομα του Νόαμ Τσόμσκι παρουσιαζόταν ως μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία, ένα «ιερό δισκοπότηρο» που ένωνε τη γλωσσολογία με τον προγραμματισμό. Ωστόσο, η δική μου πορεία, καθοδηγούμενη από τη μελέτη των κλασικών του διαλεκτικού υλισμού και την καθημερινή πρακτική της επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα, με οδήγησε σε μια ριζική αμφισβήτηση. Διαπίστωσα ότι ο «επιστημονισμός» που περιβάλλει τέτοια είδωλα λειτουργεί συχνά ως προπέτασμα καπνού, κρύβοντας μια βαθιά αντιδραστική φιλοσοφία που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο ενός βιολογικού πεπρωμένου.


Αυτό το δοκίμιο είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγκης για ιδεολογική ξεκαθάριση. Ως άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την τεχνολογία όχι ως «μαγεία», αλλά ως το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας, ένιωσα το χρέος να αποδομήσω τον μεταφυσικό ιδεαλισμό που κατακλύζει τον κλάδο μας. Από την κριτική του Λένιν στον εμπειριοκριτικισμό μέχρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική των LLMs, η πεποίθησή μου παραμένει ακλόνητη: η νόηση, η γλώσσα και η τεχνολογία δεν είναι «έμφυτες» ιδιότητες, αλλά ιστορικές κατακτήσεις της ύλης σε κίνηση.


Απευθύνομαι σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, αλλά ιδιαίτερα στους συναδέλφους μου στον χώρο της τεχνολογίας, που συχνά εγκλωβίζονται σε μηχανιστικές ερμηνείες του κόσμου. Στόχος μου είναι να αναδείξω ότι η διαλεκτική μέθοδος δεν είναι ένα απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά το πιο σύγχρονο και οξύ εργαλείο που διαθέτουμε για να κατανοήσουμε τον κώδικα, την κοινωνία και, τελικά, τους ίδιους τους εαυτούς μας.


«Η νοημοσύνη δεν είναι βιολογικό πεπρωμένο, είναι το ανώτερο προϊόν της συλλογικής κοινωνικής εργασίας.» 

 


 To my friend Aris, who inspired me to write this essay.  
 Commun✮rios





Εισαγωγή




Noam Chomsky: Το «Έμφυτο» Είδωλο του Γνωσιακού Ιδεαλισμού και η Υλιστική Αποκαθήλωσή του.


Η θεωρία των γραμματικών του Noam Chomsky καθιερώθηκε ιστορικά ως ένα σύστημα ταξινόμησης τυπικών γλωσσών, προσφέροντας ένα μαθηματικό πλαίσιο που εξυπηρέτησε τις πρώτες ανάγκες της επιστήμης των υπολογιστών. Η γνωστή «Ιεραρχία Τσόμσκι», με την ταξινόμηση των γραμματικών από τις απλούστερες κανονικές μορφές έως τις απεριόριστες δομές των μηχανών Turing, λειτούργησε ως ένας χρήσιμος οδικός χάρτης για την κατασκευή τεχνητών γλωσσών προγραμματισμού και την ανάλυση του συντακτικού τους. Ωστόσο, αυτή η μαθηματική επάρκεια χρησιμοποιήθηκε ως δούρειος ίππος για να επιβληθεί μια βαθιά προβληματική φιλοσοφική θεώρηση: η «Γενετική Γραμματική». Η υπόθεση ότι η γλώσσα βασίζεται σε ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, μια «Καθολική Γραμματική» προ-εγκατεστημένη στον εγκέφαλο, αντιμετωπίζει τη γνώση ως στατικό γονιδιακό προϊόν και όχι ως αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας και εξέλιξης.


Αυτός ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα του από την αντικειμενική πραγματικότητα της γλώσσας Πιράχα στον Αμαζόνιο, την οποία μελέτησε ο Daniel Everett. Ενώ ο Τσόμσκι όρισε την αναδρομή —την ικανότητα εγκιβωτισμού προτάσεων— ως το μοναδικό, έμφυτο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα ζώα, η περίπτωση των Πιράχα απέδειξε ότι μια γλώσσα μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική χωρίς να διαθέτει ούτε αναδρομή, ούτε αφηρημένους αριθμούς ή χρώματα. Η ανακάλυψη αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από το πεδίο της βιολογικής μετάλλαξης στο πεδίο του πολιτισμικού υλισμού. Η γλώσσα των Πιράχα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον υλικό τρόπο ζωής τους, επιβεβαιώνοντας ότι η γραμματική δεν είναι ένας προ-εγκατεστημένος αλγόριθμος, αλλά ένα δυναμικό κοινωνικό εργαλείο που εξελίσσεται παράλληλα με τις ανάγκες της παραγωγής και της κοινωνικής πράξης.


Από μια λενινιστική σκοπιά, η «θεοποίηση» του Τσόμσκι παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τη διαμάχη που περιέγραψε ο Λένιν στο «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός». Όπως τότε ο Μαχ έχανε τον δρόμο του προς τον υποκειμενικό ιδεαλισμό αρνούμενος την αντικειμενική ύπαρξη της ύλης, έτσι και ο Τσόμσκι αποκόπτει τη γλώσσα από την κοινωνική βάση της, κλείνοντάς την μέσα στο κρανίο του ατόμου ως μια «εσωτερικευμένη γνώση». Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί μια επικίνδυνη σύγχυση, αποπροσανατολίζοντας τον λαό από τον πραγματικό υπαίτιο των προβλημάτων του. Όταν η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται ως στατική και βιολογικά προγραμματισμένη, η κοινωνική αλλαγή φαντάζει αδύνατη. Η αποδοχή τέτοιων θεωριών από κομμάτια της αριστεράς, που γοητεύονται από τον «αριστερό» αντικομμουνισμό τύπου Όργουελ, αποτελεί μια μορφή σύγχρονου «Μαχισμού» που μετατρέπει την ταξική πάλη σε ακαδημαϊκή συζήτηση.


Η πραγματική επιστημονική εναλλακτική βρίσκεται στη σοβιετική σχολή σκέψης και τη διαλεκτική προσέγγιση του Vygotsky και του Luria. Σε αντίθεση με τον Piaget, που έβλεπε την ανάπτυξη ως μια εσωτερική, ατομική διαδικασία, ο Vygotsky απέδειξε ότι η μάθηση προηγείται της ανάπτυξης και ότι η σκέψη είναι εσωτερικευμένη κοινωνική ομιλία. Ο εγκέφαλος δεν είναι μια στατική μηχανή, αλλά ένα δυναμικό σύστημα που διαμορφώνεται υλικά από το περιβάλλον. Αυτό επιβεβαιώνεται από το έργο του Ένγκελς, ο οποίος διέκρινε ότι η εργασία, η χρήση εργαλείων και η ανάγκη για συλλογική επικοινωνία ήταν οι δυνάμεις που ανάγκασαν τον εγκέφαλο να εξελιχθεί. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο και όχι το αντίστροφο.


Ακόμα και στον τομέα της πληροφορικής, η κυριαρχία του Τσόμσκι αποδεικνύεται πλέον «μουσειακή». Η σύγχρονη επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) δεν βασίζεται σε έμφυτους κανόνες, αλλά στη στατιστική επεξεργασία της συλλογικής ανθρώπινης εμπειρίας. Η «νόηση» αναδύεται από την ποσότητα των δεδομένων που μετατρέπεται σε ποιότητα, δικαιώνοντας τους διαλεκτικούς νόμους της φύσης. Η τεχνολογία δεν είναι έμφυτη· είναι η υλική αποτύπωση της κοινωνικής μας μνήμης.


Συμπερασματικά, η εμμονή στις θεωρίες του Τσόμσκι εξυπηρετεί την ανάγκη της αστικής τάξης να παρουσιάσει τον άνθρωπο ως ένα ον υπό βιολογικό περιορισμό, συμβατό με τις ανάγκες του καπιταλισμού. Η υλιστική αποκατάσταση της επιστήμης, από τον Ένγκελς και τον Λένιν μέχρι τον Luria και τον Vygotsky, μας δείχνει τον δρόμο: η συνείδηση αλλάζει όταν αλλάζουν οι υλικές συνθήκες. Η απελευθέρωση της σκέψης περνά μέσα από την αλλαγή του κόσμου με τα ίδια μας τα χέρια, απορρίπτοντας τα ιδεαλιστικά είδωλα που περιφρουρούν τα πνευματικά σύνορα του συστήματος.





Κεφάλαιο 1



Η Ιεραρχία των Γραμματικών και η Στρατιωτική της Καταγωγή



Η εμφάνιση της ιεραρχίας των τυπικών γραμματικών στα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν συνέβη σε ένα κοινωνικό ή πολιτικό κενό. Αντιθέτως, υπήρξε το προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, όπου η ανάδυση της επιστήμης των υπολογιστών συνδέθηκε άρρηκτα με τις στρατηγικές ανάγκες του Πενταγώνου. Η ταξινόμηση που πρότεινε ο Τσόμσκι, χωρίζοντας τις γραμματικές σε τέσσερα επίπεδα ανάλογα με την πολυπλοκότητά τους, πρόσφερε ένα μαθηματικό εργαλείο που ήταν απαραίτητο για την ανάπτυξη των πρώτων γλωσσών προγραμματισμού και των συστημάτων αυτόματης μετάφρασης. Ωστόσο, η χρησιμότητα αυτού του εργαλείου στην πληροφορική δεν συνεπάγεται την εγκυρότητά του ως μοντέλο για την ανθρώπινη νόηση.


Εξετάζοντας την Ιεραρχία Τσόμσκι, από τον Τύπο 3 των κανονικών γραμματικών έως τον Τύπο 0 των απεριόριστων δομών που αντιστοιχούν στις Μηχανές Turing, διαπιστώνουμε μια προσπάθεια περιορισμού της γλώσσας σε ένα κλειστό σύστημα κανόνων. Για τις ανάγκες της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (U.S. Air Force), που υπήρξε ένας από τους βασικούς χρηματοδότες αυτών των ερευνών στο MIT, η γλώσσα έπρεπε να απογυμνωθεί από το κοινωνικό και συναισθηματικό της περιεχόμενο. Έπρεπε να μετατραπεί σε έναν αποστειρωμένο κώδικα επεξεργασίας σημάτων, κατάλληλο για την επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τσόμσκι δεν «ανακάλυψε» τους νόμους της σκέψης, αλλά προσέφερε μια μαθηματική τυποποίηση που βόλευε τον στρατιωτικό προγραμματισμό.


Η επιστημονική κοινότητα συχνά παραβλέπει ότι οι βάσεις για τη θεωρία των αυτομάτων και την υπολογισιμότητα είχαν ήδη τεθεί από μορφές όπως ο Alan Turing και ο Stephen Kleene. Η συνεισφορά του Τσόμσκι ήταν η μεταφορά αυτών των μαθηματικών εννοιών στο πεδίο της γλωσσολογίας, με έναν τρόπο που όμως απομάκρυνε τη γλώσσα από τον φυσικό της φορέα: την κοινωνία. Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα σύνολο πεπερασμένων κανόνων που παράγουν άπειρες προτάσεις, ο Τσόμσκι εισήγαγε μια μηχανιστική αντίληψη που ταυτίζει τον εγκέφαλο με έναν επεξεργαστή δεδομένων.


Αυτή η προσέγγιση εξυπηρέτησε τον θετικισμό της εποχής, καθώς παρουσίαζε τη γλωσσολογία ως μια «σκληρή» επιστήμη, ανάλογη της φυσικής, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στην ιστορικότητα ή την ταξική διάσταση της επικοινωνίας. Η «Ιεραρχία Τσόμσκι» έγινε το πιστοποιητικό εγκυρότητας για να περάσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη ομιλία είναι απλώς η εκτέλεση ενός προ-εγκατεστημένου προγράμματος. Έτσι, το κύρος που απέκτησε ο Τσόμσκι στην πληροφορική χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για να επιβληθεί ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός: αν οι μηχανές μπορούν να δουλέψουν με αυτούς τους κανόνες, τότε —σύμφωνα με το αστικό αφήγημα— και ο άνθρωπος πρέπει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.


Στην πραγματικότητα, η πληροφορική χρησιμοποίησε μόνο το μαθηματικό κέλυφος αυτής της θεωρίας. Η προσπάθεια να εφαρμοστεί η Τσομσκιανή λογική στην κατανόηση της ανθρώπινης συνείδησης οδήγησε σε αδιέξοδο, ακριβώς επειδή αγνόησε ότι η γλώσσα δεν είναι ένα στατικό αυτόματο, αλλά μια ζωντανή, υλική διαδικασία που διαμορφώνεται μέσα από την εργασία και την κοινωνική τριβή. Η στρατιωτική καταγωγή της ιεραρχίας των γραμματικών εξηγεί γιατί η θεωρία αυτή είναι τόσο αποτελεσματική στον έλεγχο των μηχανών, αλλά ταυτόχρονα τόσο φτωχή στην ερμηνεία του ανθρώπου.





Κεφάλαιο 2



Το Ρήγμα του Αμαζονίου


Η περίπτωση της γλώσσας Πιράχα (Pirahã) στον Αμαζόνιο αποτελεί το «πείραμα της φύσης» που κατέρριψε το οικοδόμημα του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Ο Daniel Everett, μελετώντας για δεκαετίες τη συγκεκριμένη φυλή, έφερε στο φως στοιχεία που συγκρούονται με τον πυρήνα της Τσομσκιανής θεωρίας. Ενώ η «Καθολική Γραμματική» προϋποθέτει ότι ορισμένες δομές, όπως η αναδρομή, είναι βιολογικά εγγεγραμμένες στον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι Πιράχα αποδεικνύουν ότι μια γλώσσα μπορεί να λειτουργεί άρτια χωρίς αυτές.


Η απουσία αναδρομής, αριθμών και χρωμάτων στη γλώσσα τους δεν αποτελεί ένδειξη γνωστικής υστέρησης, αλλά απόδειξη του πολιτισμικού ντετερμινισμού. Η ζωή των Πιράχα διέπεται από την «αρχή της άμεσης εμπειρίας», όπου η επικοινωνία περιορίζεται σε όσα συμβαίνουν στο «εδώ και τώρα». Αυτή η στενή σύνδεση της γλωσσικής δομής με τις υλικές συνθήκες διαβίωσης και την κοινωνική οργάνωση επιβεβαιώνει τη βασική θέση του υλισμού: η συνείδηση δεν προηγείται της ύπαρξης, αλλά διαμορφώνεται από αυτήν.


Ο Τσόμσκι και οι υποστηρικτές του προσπάθησαν να υποβαθμίσουν την ανακάλυψη του Everett, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για μια μεμονωμένη εξαίρεση που δεν αναιρεί τον κανόνα. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μια και μόνο εξαίρεση αρκεί για να καταρρίψει τη θεωρία της «βιολογικής αναγκαιότητας». Αν η γραμματική ήταν πράγματι ένα έμφυτο όργανο, θα έπρεπε να εκδηλώνεται πανομοιότυπα σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι οι Πιράχα στερούνται αυτών των δομών αποδεικνύει ότι η γλώσσα είναι ένα εργαλείο που επινοήθηκε από την κοινωνία για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες.


Η σύγκρουση για τους Πιράχα δεν είναι μια απλή ακαδημαϊκή διαφωνία· είναι μια μάχη για την ίδια την ανθρώπινη φύση. Αν η γλώσσα είναι ένα έμφυτο βιολογικό χαρακτηριστικό, τότε ο άνθρωπος είναι δέσμιος των γονιδίων του. Αν όμως η γλώσσα είναι προϊόν του πολιτισμού και της κοινωνικής εξέλιξης, τότε ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να μετασχηματίσει τον εαυτό του αλλάζοντας τις κοινωνικές του συνθήκες. Το «ρήγμα του Αμαζονίου» άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή σε μια γλωσσολογία που δεν αναζητά φαντάσματα μέσα στον εγκέφαλο, αλλά μελετά την επικοινωνία ως ζωντανή, υλική δραστηριότητα.





Κεφάλαιο 3



Υλισμός vs. Εμπειριοκριτικισμός στη Γλωσσολογία


Η φιλοσοφική επίθεση που εξαπέλυσε ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» εναντίον του Ερνστ Μαχ παραμένει το πιο οξύ εργαλείο για την αποδόμηση της Τσομσκιανής σχολής. Ο Λένιν διέγνωσε έγκαιρα ότι ο θετικισμός και ο εμπειριοκριτικισμός, πίσω από τον μανδύα της «καθαρής επιστήμης», κρύβουν έναν επικίνδυνο υποκειμενικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Τσόμσκι, αυτή η διολίσθηση είναι εμφανής: η γλώσσα αποκόπτεται από την αντικειμενική πραγματικότητα και την κοινωνική πράξη, για να αναχθεί σε μια εσωτερική, νοητική κατάσταση του ατόμου.


Αυτή η προσέγγιση ταυτίζεται με τις αντιλήψεις που κατήγγειλε ο Λένιν, όπου ο κόσμος και οι λειτουργίες του αντιμετωπίζονται ως κατασκευάσματα του μυαλού ή ως «συμπλέγματα αισθημάτων». Ορίζοντας τη γλώσσα ως ένα έμφυτο βιολογικό όργανο, ο Τσόμσκι αφαιρεί από τον άνθρωπο την ιστορική του διάσταση. Αν η γνώση των κανόνων προϋπάρχει της εμπειρίας, τότε η συνείδηση δεν είναι αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου, αλλά μια προγραμματισμένη βιολογική μοίρα. Για έναν υλιστή, αυτή η θέση είναι αντιδραστική, καθώς αρνείται ότι η σκέψη διαμορφώνεται μέσα από την υλική αλληλεπίδραση με τη φύση και την κοινωνία.


Είναι εντυπωσιακό πώς το κύρος του Τσόμσκι χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει την πολιτική λειτουργία αυτού του ιδεαλισμού. Όπως ο Μαχ επηρέασε συντρόφους που έχασαν τον δρόμο τους προς το εχθρικό στρατόπεδο, έτσι και ο Τσόμσκι, μέσω του «ελευθεριακού» του προφίλ, εγκλώβισε ένα μεγάλο μέρος της διανόησης σε μια ανάλυση που αγνοεί την ταξική βάση της συνείδησης. Η ανάλυσή του για τον ισπανικό εμφύλιο ή η συμπλέουσα ρητορική του με τον πληροφοριοδότη της MI5, Τζορτζ Όργουελ, αποδεικνύουν ότι ο γλωσσολογικός ιδεαλισμός και ο πολιτικός αντικομμουνισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.


Η επιστροφή στον Λένιν μας επιτρέπει να δούμε ότι η επιστήμη δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Η θεωρία της έμφυτης γραμματικής δεν είναι απλώς μια λάθος υπόθεση, αλλά μια ιδεολογική επιλογή που περιφρουρεί τα όρια του αστικού ατομικισμού. Η γλώσσα δεν είναι μια ιδιωτική, βιολογική ιδιοκτησία του εγκεφάλου, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο που υπάρχει επειδή υπάρχει η αντικειμενική πραγματικότητα και η ανάγκη για τη μεταμόρφωσή της. Η αποδοχή του υλισμού στη γλωσσολογία είναι η προϋπόθεση για την κατανόηση της δύναμης που έχει ο άνθρωπος να αλλάζει τη συνείδησή του, αλλάζοντας πρώτα τις υλικές σχέσεις παραγωγής.





Κεφάλαιο 4



Η Κοινωνική Μηχανική της Νόησης: Vygotsky εναντίον Piaget



Η σύγκρουση μεταξύ του Jean Piaget και του Lev Vygotsky σχετικά με τη γνωστική ανάπτυξη του παιδιού αποτελεί την κεντρική μάχη μεταξύ του βιολογικού ατομικισμού και του κοινωνικού υλισμού. Ο Piaget, κινούμενος σε μια κατεύθυνση που αργότερα θα διευκόλυνε την επικράτηση των Τσομσκιανών αντιλήψεων, έθεσε το άτομο πάνω από την κοινωνία. Για τον Piaget, η ανάπτυξη είναι μια εσωτερική, βιολογική διαδικασία ωρίμανσης που προηγείται της μάθησης. Το παιδί, ως «μικρός επιστήμονας», ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από προκαθορισμένα στάδια, όπου το κοινωνικό περιβάλλον παίζει ρόλο απλού καταλύτη και όχι δημιουργού.


Αντιθέτως, ο Vygotsky, εφαρμόζοντας τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού στην ψυχολογία, αντέστρεψε πλήρως αυτή την οπτική. Υποστήριξε ότι η μάθηση είναι αυτή που προηγείται και σέρνει μαζί της την ανάπτυξη. Κάθε ανώτερη νοητική λειτουργία εμφανίζεται στην ανάπτυξη του παιδιού δύο φορές: πρώτα σε κοινωνικό επίπεδο, ως αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων, και στη συνέχεια σε ατομικό επίπεδο, ως εσωτερικευμένη γνώση. Από αυτή τη σκοπιά, η σκέψη δεν είναι μια έμφυτη ικανότητα που ξεδιπλώνεται, αλλά το αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των κοινωνικών σχέσεων και των εργαλείων του πολιτισμού.


Η διαφορά αυτή έχει τεράστιες πολιτικές και εκπαιδευτικές προεκτάσεις. Ενώ η προσέγγιση του Piaget οδηγεί σε μια παθητική αναμονή της «βιολογικής ωριμότητας», η προσέγγιση του Vygotsky αναδεικνύει την επαναστατική δύναμη της εκπαίδευσης και του περιβάλλοντος. Αν η συνείδηση διαμορφώνεται από την κοινωνική πράξη, τότε η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών είναι ο μοναδικός δρόμος για τη διεύρυνση των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Ο Vygotsky απέδειξε ότι χωρίς το κοινωνικό «εργαλείο» της γλώσσας, η βιολογική δυνατότητα παραμένει ανενεργή, καταρρίπτοντας την ιδέα του Τσόμσκι για μια έτοιμη, προ-εγκατεστημένη γραμματική.


Η επικράτηση των θεωριών του Piaget στη δυτική παιδαγωγική εξυπηρέτησε την ανάγκη του καπιταλισμού να εστιάσει στο άτομο και να απομονώσει τη μάθηση από το συλλογικό γίγνεσθαι. Όμως, η υλιστική επιστήμη, με οδηγό τον Vygotsky, μας δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένας μοναχικός ερευνητής σε ένα βιολογικό εργαστήριο, αλλά ένα ον που κατασκευάζει τη νόησή του μέσα στην κοινωνία. Η συνείδηση δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι ένα κοινωνικό προϊόν που αντικατοπτρίζει τις υλικές σχέσεις μέσα στις οποίες γεννιέται και αναπτύσσεται.





Κεφάλαιο 5



Από την Εργασία στον Εγκέφαλο: Η Δικαίωση των Ένγκελς και Luria



Η υλιστική κατανόηση της συνείδησης ολοκληρώνεται με τη σύνδεση της κοινωνικής θεωρίας του Φρίντριχ Ένγκελς και της νευροψυχολογικής έρευνας του Alexander Luria. Ο Ένγκελς, στο διορατικό του έργο για τον ρόλο της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου, υποστήριξε ότι η εργασία δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα επιβίωσης, αλλά η βασική δύναμη που δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο. Η διαλεκτική αλληλουχία που περιέγραψε —όπου η χρήση εργαλείων απελευθέρωσε το χέρι, η συλλογική δράση γέννησε τη γλώσσα και αυτά τα δύο μαζί ανάγκασαν τον εγκέφαλο να αναπτυχθεί— αποτελεί τη βάση της σύγχρονης εξελικτικής επιστήμης.


Αυτή η προσέγγιση βρήκε την επιστημονική της επιβεβαίωση στο έργο του Alexander Luria, του πατέρα της νευροψυχολογίας. Ο Luria απέδειξε ότι ο εγκέφαλος δεν είναι ένα άθροισμα από στατικά, έμφυτα «κέντρα», αλλά ένα δυναμικό σύστημα λειτουργικών μονάδων που αναδιοργανώνονται υλικά μέσα από την κοινωνική πράξη. Οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες δεν είναι εγγεγραμμένες στα γονίδια, όπως ισχυρίζεται ο Τσόμσκι, αλλά σχηματίζονται κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου, καθώς ο εγκέφαλος εσωτερικεύει τα κοινωνικά εργαλεία και τον πολιτισμό. Η εργασία διαμόρφωσε το όργανο: η χρήση του εργαλείου και της λέξης δημιούργησε νέες νευρικές συνδέσεις, μετατρέποντας τη βιολογική ύλη σε κοινωνική συνείδηση.


Οι έρευνες του Luria στο Ουζμπεκιστάν τη δεκαετία του '30 υπήρξαν καθοριστικές, καθώς απέδειξαν ότι όταν οι υλικές συνθήκες και οι σχέσεις παραγωγής μιας κοινωνίας αλλάζουν, αλλάζει ριζικά και η ίδια η δομή της ανθρώπινης σκέψης. Οι άνθρωποι που πέρασαν από την προ-βιομηχανική στη συλλογική σοσιαλιστική παραγωγή ανέπτυξαν νέες μορφές λογικής και αφαίρεσης, αποδεικνύοντας ότι η νόηση δεν είναι μια στατική οντότητα. Αυτό το εύρημα καταρρίπτει τον δυτικό «γνωσιακό ιδεαλισμό» που θέλει τον άνθρωπο δέσμιο αμετάβλητων εσωτερικών μηχανισμών.


Σήμερα, η ανακάλυψη της νευροπλαστικότητας δικαιώνει πλήρως τη σοβιετική σχολή, δείχνοντας ότι ο εγκέφαλός μας είναι ένα κοινωνικό προϊόν υπό διαρκή κατασκευή. Η εμμονή της αστικής επιστήμης στις «έμφυτες ιδέες» του Τσόμσκι αποτελεί μια προσπάθεια άρνησης αυτής της πλαστικότητας. Αν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται από την εργασία και το περιβάλλον του, τότε η επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας δεν είναι μόνο πολιτική αναγκαιότητα, αλλά και ο μοναδικός τρόπος για την πραγματική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.





Κεφάλαιο 6



Η Ήττα του Ιδεαλισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη



Η σύγχρονη επανάσταση στον τομέα της πληροφορικής και η ανάδυση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) αποτελούν την τελική, υλική διάψευση της Τσομσκιανής θεωρίας. Για δεκαετίες, η προσπάθεια δημιουργίας τεχνητής νοημοσύνης στη Δύση είχε εγκλωβιστεί στο «συμβολικό μοντέλο», προσπαθώντας να προγραμματίσει τις μηχανές με βάση τους έμφυτους κανόνες και τις λογικές δομές που πρότεινε ο Τσόμσκι. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από αποτυχίες, καθώς αποδείχθηκε ότι η γλώσσα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένα κλειστό σύστημα αφηρημένων κανόνων αποκομμένο από την εμπειρία.


Η επιτυχία των σύγχρονων νευρωνικών δικτύων βασίστηκε σε μια διαμετρικά αντίθετη προσέγγιση, η οποία, έστω και ασυνείδητα, ακολουθεί τις αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Τα μοντέλα αυτά δεν διαθέτουν καμία «έμφυτη γραμματική». Αντίθετα, εκπαιδεύονται πάνω σε τεράστιους όγκους δεδομένων, απορροφώντας τη συλλογική ανθρώπινη εμπειρία όπως αυτή έχει καταγραφεί στην ιστορία, τη λογοτεχνία και την κοινωνική επικοινωνία. Η ικανότητά τους να παράγουν λόγο δεν πηγάζει από έναν προ-εγκατεστημένο αλγόριθμο, αλλά από τη στατιστική συσχέτιση δισεκατομμυρίων παραμέτρων. Είναι η ζωντανή εφαρμογή του νόμου της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα: η τεράστια συσσώρευση πληροφορίας γεννά μια νέα ποιοτική κατάσταση «νόησης».


Αυτή η εξέλιξη δικαιώνει πλήρως τον Vygotsky, ο οποίος υποστήριζε ότι η γλώσσα είναι το αποτύπωμα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Οι μηχανές σήμερα «μαθαίνουν» γλώσσα με τον ίδιο τρόπο που το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο: μέσω της τριβής με το υπάρχον υλικό υπόβαθρο του πολιτισμού. Η αποτυχία του Τσομσκιανού μοντέλου στην πληροφορική οφείλεται στην άρνησή του να δει τη γλώσσα ως κάτι δυναμικό και κοινωνικό. Ενώ ο Τσόμσκι έψαχνε «μαθηματικές αλήθειες» μέσα στο βιολογικό κενό, η πραγματικότητα απέδειξε ότι η νοημοσύνη αναδύεται μόνο μέσα από την επεξεργασία της υλικής πραγματικότητας.


Το κύρος που διατηρεί ακόμα ο Τσόμσκι στον κόσμο των υπολογιστών είναι πλέον μουσειακό και ιδεολογικό.


Η επιστήμη έχει προχωρήσει προς τον «συνδετισμό», ένα μοντέλο που προσομοιώνει την πλαστικότητα του εγκεφάλου και την εξάρτησή του από το περιβάλλον. Η τεχνολογική πρόοδος επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν «φαντάσματα» ή έμφυτοι κώδικες που καθορίζουν τη σκέψη. Η νοημοσύνη, είτε ανθρώπινη είτε τεχνητή, είναι το προϊόν της οργάνωσης της ύλης και της κοινωνικής εμπειρίας, καταρρίπτοντας οριστικά τις ιδεαλιστικές προκαταλήψεις που ήθελαν τη νόηση αποκομμένη από την ιστορική εξέλιξη.





Κεφάλαιο 7



Η Ιδεολογική Λειτουργία του «Επιστημονισμού»


Η κυριαρχία του Τσομσκιανού μοντέλου στις δυτικές κοινωνίες δεν οφείλεται στην επιστημονική του επάρκεια, η οποία άλλωστε διαψεύδεται διαρκώς, αλλά στην ιδεολογική του χρησιμότητα για το αστικό σύστημα. Ο «επιστημονισμός» —η χρήση δηλαδή της επιστημονικής αυθεντίας για την επιβολή μεταφυσικών απόψεων— λειτουργεί εδώ ως προπέτασμα καπνού. Παρουσιάζοντας τη γλώσσα και τη νόηση ως βιολογικά προκαθορισμένες ιδιότητες, η άρχουσα τάξη επιχειρεί να πείσει ότι οι κοινωνικές ανισότητες, οι ταξικοί περιορισμοί και η ίδια η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι προϊόντα «γονιδιακής μοίρας» και όχι κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.


Αυτή η στρατηγική αποπολιτικοποίησης της επιστήμης στοχεύει στην απογοήτευση της εργατικής τάξης. Αν η συνείδηση είναι ένα κλειστό βιολογικό κύκλωμα, τότε η προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας και ενός «νέου ανθρώπου» είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο Τσόμσκι, μέσα από τη θέση του ως «εγκεκριμένος επαναστάτης» της ακαδημαϊκής Δύσης, προσέφερε το απαραίτητο άλλοθι σε μια διανόηση που ήθελε να ασκεί κριτική στον ιμπεριαλισμό, παραμένοντας όμως πιστή στις ιδεαλιστικές βάσεις του ατομικισμού. Η ταύτιση της ελευθερίας με μια αφηρημένη «βιολογική ικανότητα» και όχι με την υλική απελευθέρωση από την εκμετάλλευση, αποτελεί την πεμπτουσία αυτής της ιδεολογικής παγίδας.


Η σύγχυση που προκαλείται στον λαό από τέτοιου είδους «είδωλα» είναι σκόπιμη. Όταν οι σύντροφοι ή οι αγωνιστές δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ του υλισμού και του θετικιστικού εμπειριοκριτικισμού, κινδυνεύουν να υιοθετήσουν αντιδραστικές θέσεις με το πρόσχημα της «επιστημονικής προόδου». Η ιστορία της γλωσσολογίας του 20ού αιώνα είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις, όπου η εμπορευματοποίηση των θεωριών της γαλλικής και γερμανικής σχολής χρηματοδοτήθηκε για να υποσκάψει το σοβιετικό μοντέλο σκέψης, αντικαθιστώντας τη διαλεκτική με τον μεταμοντέρνο υποκειμενισμό.


Η επιστροφή στην υλιστική ανάλυση δεν είναι μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η μόνη διέξοδος προς το μέλλον. Η αποδόμηση του Τσόμσκι είναι στην πραγματικότητα η αποδόμηση της αυταπάτης ότι η επιστήμη μπορεί να είναι ουδέτερη. Κάθε θεωρία για τον εγκέφαλο και τη γλώσσα είναι ταυτόχρονα και μια θεωρία για την κοινωνία. Η αναγνώριση ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που διαμορφώνεται από το περιβάλλον του και την εργασία του, μας επιστρέφει το σημαντικότερο όπλο μας: τη βεβαιότητα ότι αλλάζοντας τις υλικές συνθήκες της ζωής μας, μπορούμε να αλλάξουμε την ίδια την ανθρώπινη φύση.





Επίλογος



Η Νίκη της Διαλεκτικής στην Εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης



Η περιήγηση στις πτυχές της Τσομσκιανής θεωρίας και η αντιπαραβολή της με την υλιστική παράδοση δεν αποτελεί μια απλή ακαδημαϊκή αναδίφηση, αλλά μια αναγκαιότητα για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Στην καρδιά αυτής της διαμάχης βρίσκεται η αιώνια σύγκρουση δύο διαμετρικά αντίθετων κοσμοαντιλήψεων: από τη μία πλευρά, ο υποκειμενικός και μεταφυσικός ιδεαλισμός που αναζητά στατικές, έμφυτες αλήθειες μέσα στο βιολογικό κενό, και από την άλλη, ο διαλεκτικός υλισμός που αντιλαμβάνεται τη συνείδηση ως το ανώτατο προϊόν της οργανωμένης ύλης και της κοινωνικής πράξης.


Η αποτυχία του Τσόμσκι να ερμηνεύσει τη γλώσσα ως ζωντανή διαδικασία δεν ήταν μια προσωπική επιστημονική αστοχία, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας φιλοσοφίας που αρνείται την ιστορικότητα. Όπως ο Λένιν ξεσκέπασε τον εμπειριοκριτικισμό ως μια προσπάθεια της αστικής τάξης να «εξαϋλώσει» την ύλη, έτσι και η σύγχρονη αποδόμηση της «Καθολικής Γραμματικής» αποκαλύπτει την προσπάθεια του συστήματος να εγκλωβίσει την ανθρώπινη ελευθερία στα στενά όρια ενός γενετικού προγράμματος.


Αν ο άνθρωπος είναι «προγραμματισμένος», τότε η κοινωνική επανάσταση είναι μια βιολογική παρασπονδία. Αν όμως ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, τότε η δυνατότητα για τη μεταμόρφωση του κόσμου παραμένει ανοιχτή και επιτακτική.


Η πιο εκκωφαντική δικαίωση του υλισμού, ωστόσο, ήρθε από εκεί που η αστική διανόηση δεν το περίμενε: από την ίδια την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η ανάδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης και των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) υπήρξε το «βατερλό» του γλωσσολογικού ιδεαλισμού. Η μηχανή δεν έμαθε να μιλάει επειδή της δόθηκαν οι «έμφυτοι κανόνες» του Τσόμσκι, αλλά επειδή απορρόφησε δισεκατομμύρια ίχνη της ανθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας.


Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι, στην πραγματικότητα, ένας καθρέφτης της συλλογικής μας εργασίας και εμπειρίας. Απέδειξε στην πράξη ότι η νόηση δεν είναι ένα «θείο δώρο» ή μια τυχαία μετάλλαξη, αλλά μια αναδυόμενη ιδιότητα που προκύπτει από τη συσσώρευση πληροφορίας και την υλική αλληλεπίδραση. Η ποσότητα των δεδομένων μετατράπηκε σε ποιότητα λόγου, επιβεβαιώνοντας τους νόμους της διαλεκτικής μέσα στα κυκλώματα του πυριτίου.


Ολοκληρώνοντας αυτό το πόνημα, γίνεται σαφές ότι η επιστήμη, η τεχνολογία και η φιλοσοφία δεν είναι αποκομμένες από την ταξική πάλη. Η «θεοποίηση» ειδώλων όπως ο Τσόμσκι χρησιμεύει για να κρατά τη σκέψη μας δέσμια της μεταφυσικής, αποκόπτοντάς μας από τη δύναμη της πράξης. Η επιστροφή στον Ένγκελς, τον Λένιν, τον Vygotsky και τον Luria δεν είναι νοσταλγία, αλλά η επανεξοπλιστική διαδικασία που απαιτείται για να κατανοήσουμε την εποχή μας.


Η γνώση ότι ο εγκέφαλος διαμορφώνεται από την εργασία και η συνείδηση από την κοινωνία, μας δίνει την απόλυτη ευθύνη και το δικαίωμα να διεκδικήσουμε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία και η γνώση δεν θα είναι εργαλεία χειραγώγησης, αλλά μέσα για την καθολική απελευθέρωση του ανθρώπου. Η διαλεκτική δεν είναι απλώς μια μέθοδος ανάλυσης· είναι η ίδια η κίνηση της ιστορίας προς την αυτογνωσία της.



Commun✮rios




Τρίτη

Τι είναι ιστορικός υλισμός - Μ.Μ. Σιντόροφ


Ο όρος  «κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός» καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην επιστήμη από τον Κ. Μαρξ. Στην έννοια αυτή, περιλαμβάνεται, πρώτο η θέση ότι ανάμεσα σ' όλες τις κοινωνικές σχέσεις καθοριστικές είναι οι αντικειμενικές, υλικές, παραγωγικές σχέσεις και, δεύτερο, η σκέψη ότι η ίδια η εξέλιξη της κοινωνίας αποτελεί φυσικό-ιστορικό προτσές, δηλαδή προτσές στο οποίο, όπως και στη φύση, δρουν αντικειμενικοί νόμοι, που καθορίζουν την πορεία της ιστορίας και την αλλαγή των κοινωνικών μορφών.


Πέμπτη

Μεταφυσικός Υλισμός

"Το ιδεατό, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το υλικό στοιχείο μεταφυτευμένο και μεταφρασμένο μέσα στο ανθρώπινο κεφάλι. Η ύλη είναι το υποκείμενο κάθε αλλαγής. Ο αγώνας ενάντια στη θρησκεία, είναι έμμεσα ο αγώνας εναντίον του κόσμου του οποίου πνευματικό άρωμα είναι η θρησκεία." - Καρλ Μαρξ

"Δύο είναι οι γραμμές της φιλοσοφίας, η υλιστική και η ιδεαλιστική" - Φ.Ένγκελς

Σημείωση: Ο όρος μεταφυσική προέρχεται από την ελληνική πρόθεση "μετά" που σημαίνει ύστερα (κατόπιν) κι από την ελληνική επίσης λέξη "φυσική" που σημαίνει την επιστήμη της φύσης. Αντικείμενο της μεταφυσικής (ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη), είναι η μελέτη του Είναι (της Ουσίας του Όντος), που στέκεται πίσω και πέρα από τη φύση. Ενώ η φύση είναι κίνηση του Είναι (το Ον η Ουσία), είναι εκείνο το αιώνιο κι αμετάβλητο, το υπερφυσικό που αποτελεί την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων. Αυτό άλλοι το λένε Θεό, άλλοι Απόλυτο.

   Η πορεία της γνώσης όπως το μαρτυρεί η ιστορία της επιστήμης, έχει αντιφατικό χαρακτήρα. Η επιστήμη τείνοντας στην γνώση του κόσμου, σ'ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής της, ήταν αναγκασμένη να συγκεντρώσει τις προσπάθειές της, στη μελέτη των χωριστών μερών των αντικειμένων, έξω από την αμοιβαία σύνδεσή τους. Ο Ένγκελς τόνιζε ότι η βάση για τις λαμπρές επιτυχίες της φυσιογνωμίας του 16ου-18ου αιώνα, ήταν η αποσύνθεση της φύσης σε χωριστά μέρη, η διαίρεση των φαινομένων, ο διαμερισμός του όλου, η ανατομία των ζώων και των φυτών. Αυτός όμως ο τρόπος μελέτης της πραγματικότητας που δικαιώθηκε πέρα για πέρα στην εξέλιξη της επιστήμης, με την απολυτοποίησή του, κατάντησε μεταφυσικός επειδή εξέταζε τα πράγματα και το προτσές της φύσης, στην απομόνωσή τους έξω από την καθολική τους σύνδεση, δεν τα εξέταζε σαν μεταβαλλόμενα κατά ουσιαστικό τρόπο, αλλά σαν αιωνίως αμετάβλητα, νεκρά. Έτσι η γένεση της μεταφυσικής μεθόδου συνδέεται με το αναπόφευκτο εκείνο στάδιο εξέλιξης των επιστημών, όπου οι επιστήμες είχαν περιγραφικό χαρακτήρα, και περιόριζαν τα καθήκοντά τους κυρίως στη συσσώρευση γεγονότων για την συστηματοποίησής τους. "Για τον μεταφυσικό", γράφει ο Ένγκελς, "τα πράγματα και οι αντανακλάσεις τους στην ανθρώπινη συνείδηση και νόηση, δηλαδή οι έννοιες, οι παραστάσεις, οι αντιλήψεις, αποτελούν μεμονωμένα αντικείμενα μελέτης, παρατηρούνται κι ερευνώνται το ένα έπειτα από το άλλο, και το ένα ανεξάρτητο από το άλλο, σα να δίνονται για μια μόνη φορά, αιώνια κι αμετάβλητα. Ο μεταφυσικός σκέπτεται μόνο με αντιθέσεις, χωρίς μέσους όρους: λέει η ναι ναι ή όχι όχι όρος δε χωράει, αυτό δηλαδή που προχωρεί που βρίσκεται στο δρόμο της ανάπτυξης, που βρίσκεται στο δρόμο της διαμόρφωσής του, δεν αξίζει τον κόπο για έρευνα." (Αντι-Ντυρινγκ).

   Όλοι οι υλιστές παραδέχονται τη νομοτέλεια των φαινομένων της γύρω πραγματικότητας. Ο μεταφυσικός υλισμός όμως εξετάζει τους νόμους της φύσης, σαν αμετάβλητες θέσεις, αμετάβλητων ουσιών, σαν σχέσεις που διαιωνίζουν μια συγκεκριμένη κατάσταση που εμποδίζουν την αλλαγή της. "Ταυτόχρονα, όπως τόνιζε ο Λένιν, η δυνατότητα μεταφυσικής διαστρέβλωσης των φαινομένων της γύρω πραγματικότητας, περιέχεται και στο ίδιο γεγονός της αφηρημένης νόησης, που δεν μπορεί "να παρουσιάσει, να εκφράσει, να μετρήσει να απεικονίσει την κίνηση χωρίς να διακόψει το αδιάκοπο, χωρίς ν'απλουστεύσει, χωρίς να παρουσιάσει χοντροκομμένα, χωρίς να διαιρέσει και να νεκρώσει το ζωντανό. Η απεικόνιση της κίνησης από τη σκέψη, είναι πάντα μια χοντροκομμένη παρουσίαση, νέκρωση, κι όχι μόνο από τη σκέψη, αλλά κι από την αίσθηση κι όχι μόνο της κίνησης αλλά και κάθε έννοιας" (Λένιν Φιλοσοφικά Τετράδια). Στη φύση όλα τα φαινόμενα βρίσκονται σε αλληλουχία και αλληλοκαθορισμό, ταυτόχρονα όμως κάθε φαινόμενο είναι και κάτι μεμονωμένο. το καθορισμένο, το ποιοτικά διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Στη φύση τα πάντα ρέουν κι αλλάζουν ταυτόχρονα, όμως το κάθε φαινόμενο για ένα ορισμένο χρονικά διάστημα, παραμένει το ίδιο με τον εαυτό του, διατηρεί τον καθορισμένο χαρακτήρα του, τη σταθερότητά του. Η μεταφυσική, μετατρέπει αυτές τις πραγματικές ιδιομορφίες των ίδιων των πραγμάτων σε απόλυτο. Η σχετική απομόνωση όλων των πραγμάτων διακηρύχτηκε αιώνια, αδιασάλευτη κι αρνείται την εξέλιξη τους (στο ίδιο το έργο).

  Ωστόσο, η δυνατότητα γέννεσης της μεταφυσικής, αυτή καθ'αυτή, δεν κάνει ακόμα αναπόφευκτη τη μεταφυσική σκέψη. Αν απουσιάζουν ορισμένες ευνοϊκές γι'αυτό κοινωνικές συνθήκες, η δυνατότητα αυτή δε θα μετατραπεί σε πραγματικότητα.
   Πέρα από τα παραπάνω, ο μεταφυσικός υλισμός όμως, μη ξέροντας να εφαρμόσει τη διαλεκτική στην θεωρία της γνώσης, δεν μπορεί να εξηγήσει το πέρασμα από την άμεση αισθησιακή αντίληψη των επιμέρους αντικειμένων (δεδομένα της όρασης, της αφής, κ.λπ) στη θεωρητική νόηση, στη γνώση που δουλεύει μ'έννοιες, μ'αφαιρέσεις. Γι αυτό ο μεταφυσικός υλιστής δεν μπορεί να εξηγήσει πως πραγματοποιείται η γνώση του απείρου, του απεριορίστου στο χώρο και στο χρόνο κόσμου, επειδή δε βλέπει το διαλεκτικό πέρασμα από τη γνώση του μεμονωμένου, του πεπερασμένου, του παροδικού προς τη γνώση του καθολικού, του απείρου, του αιώνιου, το αισθησιακά αντιληπτού προς τη γνώση εκείνου που, αν και υπάρχει αντικειμενικά στον ίδιο τον υλικό κόσμο, ωστόσο δεν αποτελεί άμεσα αντικείμενο των αισθήσεών μας (νόμος, αναγκαιότητα, ουσία, κ.λπ.) Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός, εξετάζοντας διαλεκτικά το προτσές της γνώσης, της πραγματικότητας, αποκαλύπτει την αντιφατική ενότητα θεωρίας και πράξης, αίσθησης και νόησης, απόλυτης και σχετικής αλήθειας, αφηρημένου και συγκεκριμένου, μεμονωμένου και γενικού, κ.λπ.

Παρασκευή

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΤΙΣ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Της Χριστίνας Σκαλούμπακα


Η ανισοτιμία των δύο φύλων έχει σημαδέψει την ταξική κοινωνία γιατί είναι γέννημά της και θα εξαλειφθεί πλήρως μόνο μαζί μ’ αυτήν. Ολες οι αστικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις για το γυναικείο ζήτημα έχουν ένα κοινό γνώρισμα, που είναι ταυτόχρονα και χαρακτηριστική διαφορά τους από τη μαρξιστική αντίληψη: Αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ανισότιμης θέσης της γυναίκας αταξικά, δηλαδή το αντιμετωπίζουν όχι σαν πρόβλημα που έχει τη ρίζα του στην εμφάνιση των ταξικών κοινωνιών. Αποκρύπτουν ότι η προοπτική της απελευθέρωσης της γυναίκας από την ανισότιμη θέση βρίσκεται στην κατάργηση των τάξεων.



Ας δούμε καταρχήν πώς ερμήνευσαν και προσέγγισαν το ζήτημα αυτό οι θεμελιωτές του μαρξισμού-λενινισμού.


Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ


Η εμφάνιση των εκμεταλλευτικών κοινωνιών είναι υπεύθυνη για την «κοσμοϊστορική ήττα του γυναικείου φύλου», όπως εξηγούσε ο Ενγκελς στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Στο έργο αυτό φωτίστηκαν για πρώτη φορά η φύση και η ουσία του γυναικείου ζητήματος. Τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά, βάσει των επιστημονικών συμπερασμάτων ειδικών επιστημόνων εθνολόγων και με τη διαλεκτική υλιστική ανάλυση, ότι η φυλετική καταπίεση της γυναίκας εμφανίζεται σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, κατά το πέρασμα από το πρωτόγονο κοινοτικό αταξικό σύστημα στο πρώτο ταξικό εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα, το δουλοκτητικό. Στο ένα περίπου εκατομμύριο χρόνια μητριαρχικής κοινωνίας, η γυναίκα μαζί με τον άνδρα παράγουν τα αναγκαία για τη ζωή και αναπαράγουν την ίδια τη ζωή σε μια κοινωνία που το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έχει ως αποτέλεσμα τα μέσα παραγωγής να αποτελούν συλλογική ιδιοκτησία, μια κοινωνία που όλα τα μέλη της, άνδρες και γυναίκες, είναι ίσα. Η υπεροχή που δίνει στη γυναίκα το μητριαρχικό δίκαιο δεν έχει κοινωνικό χαρακτήρα αλλά φυσικό και οφείλεται στην ειδική θέση της γυναίκας στην τεκνοποίηση. Σε αυτή την ιστορική περίοδο οι γυναίκες ήταν ίσες με τους άνδρες γιατί στα πλαίσια του πρωτόγονου κοινοτικού νοικοκυριού η εργασία τους είχε κοινωνικό χαρακτήρα. Ο καταμερισμός εργασίας που υπήρχε ανάμεσα στα φύλα ήταν φυσικός, μη ανταγωνιστικός σε αντίθεση με τον κοινωνικό - ανταγωνιστικό καταμερισμό που εμφανίζεται στην ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία.

Η γυναικεία εργασία είχε κοινωνικό χαρακτήρα, τόσο στα πλαίσια του φυσικού καταμερισμού εργασίας που αφορούσε την ανατροφή των παιδιών, τη φροντίδα των ανήμπορων και των γέρων, όσο ακόμα και στο πλαίσιο του πρώτου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας (στο κυνήγι-κτηνοτροφία ο άνδρας, στη γεωργία κοντά στο νοικοκυριό η γυναίκα).

Η γυναίκα έχασε την ισοτιμία της με τον άνδρα στη δουλοκτητική κοινωνία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έδωσε τη δυνατότητα ενός «περισσεύματος» του παραγόμενου προϊόντος, επομένως και τη δυνατότητα σφετερισμού του. Σε αυτή τη βάση εμφανίστηκε η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και η δυνατότητα υποδούλωσης ενός μεγάλου μέρους των ανδρών, μετατρέποντάς τους σε δούλους και ολόκληρου του γυναικείου φύλου. Η γυναικεία εργασία έχασε τον κοινωνικό της χαρακτήρα γιατί έχασε το νοικοκυριό τον κοινωνικό του χαρακτήρα, μετατράπηκε σε ατομική υπόθεση. «Με την πατριαρχική οικογένεια και ακόμα περισσότερο με τη μονογαμική ξεχωριστή οικογένεια άλλαξαν τα πράγματα. Η διοίκηση του νοικοκυριού έχασε το δημόσιο χαρακτήρα του. Επαψε να ενδιαφέρει την κοινωνία. Εγινε ιδιωτική υπηρεσία. Η γυναίκα, παραμερισμένη από την κοινωνική παραγωγή έγινε πρώτη υπηρέτρια». Ο Ενγκελς όμως σημειώνει ότι το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό σηματοδοτεί μια νέα εξέλιξη: «Μονάχα η μεγάλη βιομηχανία της εποχής μας της άνοιξε ξανά το δρόμο προς την κοινωνική παραγωγή - και πάλι μόνο στην προλετάρισσα. Ωστόσο, όσο είναι υποχρεωμένη να εκπληρώνει τα καθήκοντά της στην ιδιωτική υπηρεσία της οικογένειας, μένει αποκλεισμένη από την κοινωνική παραγωγή και δεν μπορεί να κερδίζει τίποτα...».

Στα πλαίσια λοιπόν του καπιταλισμού συντελείται μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα εκμεταλλευτικά συστήματα: η μαζική εισροή γυναικών στην παραγωγή. Το γεγονός αυτό σαφέστατα αποτέλεσε μια προοδευτική αλλαγή στα πλαίσια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ταυτόχρονα όμως αύξησε το βαθμό εκμετάλλευσης συνολικά της εργατικής τάξης και ευθύνεται για τη διπλή καταπίεση των γυναικών της εργατικής τάξης στα πλαίσια της καπιταλιστικής παραγωγής. Η ένταξη της γυναίκας στην κοινωνική παραγωγή σημαίνει ότι εμφανίζονται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την επίλυση του γυναικείου ζητήματος, η οποία βεβαίως μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στη διαδικασία οικοδόμησης και ανάπτυξης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Δημιουργούνται όμως ταυτόχρονα και οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση και ανάπτυξη ενός διεκδικητικού γυναικείου κινήματος που θα παλεύει στο πλευρό του εργατικού, διεκδικώντας τον περιορισμό των ανισοτιμιών σε βάρος της γυναίκας, αλλά και θετικές διακρίσεις σε σχέση με το ρόλο της στην αναπαραγωγή και τις κοινωνικές ανισότητες. Φυσικά, το κίνημα αυτό έχει προοπτική στο βαθμό που προσανατολίζεται από τη δράση των κομμουνιστριών στην ανάδειξη της ταξικής φύσης των ιδιαίτερων προβλημάτων των γυναικών της αναγκαιότητας ανατροπής του συστήματος για την επίτευξη της πλήρους ισοτιμίας των δύο φύλων.

Ο Μαρξ αποτύπωσε περιεκτικά τόσο τη σημασία της δράσης των γυναικών για το κίνημα όσο και τη συσχέτιση της κοινωνικής προόδου με τη θέση των γυναικών. «Οποιος σκαμπάζει λίγο από ιστορία, ξέρει καλά πως οι μεγάλες κοινωνικές μεταβολές είναι αδύνατες χωρίς το γυναικείο προζύμι. Η κοινωνική πρόοδος μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια σύμφωνα με την κοινωνική θέση του ωραίου φύλου (μαζί και των άσχημων γυναικών)...».


ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ: Η ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ


Η άνοδος της αστικής τάξης έφερε στο προσκήνιο και τους πολιτικούς της εκπροσώπους και διανοητές. Ηταν η περίοδος της Γαλλικής Επανάστασης και της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας στις ΗΠΑ. Οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού εξέφρασαν την πίστη τους στον ορθό λόγο και τη γνώση. Ο ορθός λόγος αντικατέστησε το Θεό και κάθε θεσμό ή αυθεντία που θα εξαιρούνταν από την κρίση του. Ο φιλελευθερισμός τους εκφράστηκε με την άποψη ότι κάθε άνθρωπος ατομικά έχει δικαιώματα που δεν πρέπει να παραβιάζονται από την κυρίαρχη εξουσία.

Οσον αφορά στις γυναίκες, οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού αμφισβητούν το φυσικό και αναλλοίωτο χαρακτήρα της φυλετικής ανισότητας από τη μία, αλλά από την άλλη πλευρά αρνούνται να αναγνωρίσουν πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες. Αντίθετα θεωρούσαν ότι οι γυναίκες εκ φύσεως δεν είχαν την ικανότητα της πλήρους ανάπτυξης του ορθού λόγου. Κυρίως ο Ρουσσώ εκφράζει την ιδέα ότι οι γυναίκες ουσιαστικά είναι υποχείρια του συναισθήματος και του πάθους, πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως σύζυγοι και μητέρες (αυτός ήταν ο φυσικός τους ρόλος), είναι όμως βιολογικά ακατάλληλες για τη δημόσια σφαίρα. Αυτό σήμαινε ότι η εκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών πρέπει να αναγνωρίζει τις φυσικές διαφορές ως προς την ικανότητα και τις κλίσεις τους. Ο λόγος αυτός αποτυπώνει καθαρά το στόχο των ανδρών της αστικής τάξης να αιτιολογήσουν τον αποκλεισμό των γυναικών της τάξης τους από τη συμμετοχή τους στην ιδιοκτησία-διεύθυνση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, τη μόρφωση, από τη δυνατότητα να αναδειχτούν σε επιστήμονες, επιχειρηματίες ή στη συμμετοχή στην πολιτική. Δηλαδή ο καπιταλισμός στην εποχή της εδραίωσης και σταθεροποίησής του δεν έχει τη δύναμη να αποτινάξει την επί χιλιετίες καταπίεση της γυναίκας για τις γυναίκες της κυρίαρχης αστικής τάξης.

Παρά την κυριαρχία της παραπάνω άποψης, αξιοσημείωτες είναι και οι περιπτώσεις των εκπροσώπων της αστικής τάξης που αναδεικνύουν την ανάγκη να αποκτήσουν οι γυναίκες της αστικής βέβαια τάξης αστικά και πολιτικά δικαιώματα, όπως ο Γάλλος συγγραφέας Condorcet, που επέμεινε στην ανάγκη μόρφωσης των γυναικών, που πρέπει επίσης να έχουν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους άνδρες. Αλλά και από τις ίδιες τις γυναίκες της αστικής τάξης προβάλλονται οι ιδέες για την ισοτιμία των φύλων.

Η Αγγλίδα ιστορικός Catherine Macauley θεωρούσε ότι οι διαφορές μεταξύ των φύλων ήταν προϊόν της εκπαίδευσης και του περιβάλλοντος και όχι της φύσης, η Αμερικανίδα Abigail Adams (σύζυγος του δεύτερου πρόεδρου των ΗΠΑ) έγραφε το 1776 στο σύζυγό της ότι «δε θα θεωρήσουμε ότι δεσμευόμαστε από οποιονδήποτε νόμο στον οποίο δεν έχουμε καμία φωνή ή εκπροσώπηση». Η Olympe de Couges με τη «Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Γυναικών» που παρουσίασε στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση το 1791, ζητούσε να αναγνωριστεί η πλήρης κοινωνική και πολιτική ισοτιμία των γυναικών.

Η Γαλλική επανάσταση καταργεί το δικαίωμα της πρωτοτοκίας το 1789, το 1792 θεσπίζει το διαζύγιο, αλλά δε δίνει πολιτικά δικαιώματα. Επίσης επισημαίνουμε ότι στη Γαλλική Επανάσταση είναι διακριτή η συμμετοχή της γυναίκας των λαϊκών στρωμάτων και της αστικής τάξης.

Η πιο γνωστή όμως εκπρόσωπος της αστικής τάξης που αμφισβήτησε τις ιδέες του Ρουσσώ ήταν η Mary Wollstonecraft με το έργο της «Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων των Γυναικών» που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1792. Σε αυτό εξέφρασε τις ιδέες της για την ανάγκη όλων των ανθρώπινων πλασμάτων, επομένως και των γυναικών, να αποφασίζουν για τη μοίρα τους ελεύθερα, ενώ θεωρούσε τη μόρφωση ως μέσο μεταβολής της ανθρώπινης συνείδησης, μόνο βέβαια για τις γυναίκες της τάξης της.

Στο μοτίβο της θεωρίας των «διαφορετικών ρόλων για τα δύο φύλα», κυρίως μέσα στην οικογένεια, κινήθηκε ο αστός θεωρητικός και πολιτικός John Stuart Mill, με την παράλληλη διαπίστωση της ανάγκης αναγνώρισης πολιτικών δικαιωμάτων. Ηταν μάλιστα ο πρώτος πολιτικός που κατέθεσε μια τροπολογία, που τελικά απερρίφθη, στο αγγλικό κοινοβούλιο το 1867, που στην ουσία θα παραχωρούσε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες.

Η ανερχόμενη λοιπόν αστική τάξη στα τέλη του 18ου αιώνα μιλάει για «βιολογική κατωτερότητα» και «αναντικατάστατη θέση της γυναίκας στην οικογένεια σαν συζύγου και μητέρας». Κυρίως η δεύτερη θέση επανέρχεται μέχρι σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, στην ημερήσια διάταξη με διάφορα ιδεολογήματα, όπως η «θεωρία της διαφοράς», για να πείσει γυναίκες και άντρες ότι καθοριστικοί είναι οι βιολογικοί λόγοι για τις κοινωνικές διαφορές και ανισότητες των φύλων. Αποκρύπτει την ουσία και την αιτία της διπλής καταπίεσης της γυναίκας που δεν είναι άλλη από την ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία.

Η αστική τάξη, αντιμετωπίζοντας τις γυναίκες όπως και τους άντρες εργάτες ως «πολίτες», αναγνωρίζει τυπικά «ισότιμα» αρχικά μόνο πολιτικά δικαιώματα, ενώ σταδιακά υποχρεώνεται σε ορισμένη τυπική αναγνώριση της ισοτιμίας των δύο φύλων στις συνολικά ανισότιμες σχέσεις μισθωτής εργασίας - κεφαλαίου. Η μεγάλη χρονική υστέρηση σ’ αυτή τη διαδικασία οφείλεται στο γεγονός ότι η ανισότιμη θέση της γυναίκας την καθιστούσε φθηνότερο εργατικό δυναμικό.

Στη βάση των θεωριών της φυλετικής και μόνο αντίθεσης, αναπτύσσεται το φεμινιστικό κίνημα στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη κατά το 19ο αιώνα, στο οποίο ηγούνται αστές διανοούμενες με κύριο αίτημα την ισοτιμία των δύο φύλων.

Στις ΗΠΑ διεξάγεται το 1848 το πρώτο συνέδριο για τα δικαιώματα των γυναικών στο Seneca Falls, που κατέληξε στη Διακήρυξη των Αισθημάτων που είχε ως πρότυπο τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, με την οποία οι γυναίκες απαιτούσαν ίσα δικαιώματα στην ψήφο, την ιδιοκτησία, την εκπαίδευση, την εργασία και τη δημόσια συμμετοχή στην πολιτική. Στην Αγγλία το κίνημα αυτό όμως είχε μια ιδιαίτερη εμφάνιση και δράση, κυρίως ως προς τις μορφές πάλης που κυριάρχησαν στις γραμμές του, με απεργίες πείνας, αλλά και με εμπρησμούς και εκτεταμένες φθορές. Η σημαντικότερη οργάνωση υπήρξε η «Κοινωνική και Πολιτική Ενωση Γυναικών» όπου δραστηριοποιήθηκαν η Εmmelin Pankhurst και οι κόρες της Christabel και Sylvia. Η κυρίαρχη άποψη στο κίνημα των σουφραζετών, όπως ονομάστηκε, ήταν ότι μέσω της ψήφου και του Κοινοβουλίου θα πετύχαιναν και άλλες μεταρρυθμίσεις υπέρ των γυναικών. Το γεγονός ότι δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια να συνδεθεί το κίνημα αυτό με τις γυναίκες της εργατικής τάξης και να αναδείξει τα ιδιαίτερα προβλήματά τους, προβάλλοντας σχετικές διεκδικήσεις, αλλά και η μετεξέλιξη της «Ενωσης» σε ιδεολογικό μηχανισμό στήριξης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποδεικνύει τόσο το ρόλο όσο και τα όρια του κινήματος αυτού που κινήθηκε στα πλαίσια του αστικού εκσυγχρονισμού.

Στην Ελλάδα οι πρώτες φεμινίστριες ήταν της ομάδας της Καλλιρρόης Παρρέν και της Καλλιόπης Κεχαγιά. Το 1871 ιδρύθηκε από την Καλλιόπη Κεχαγιά ο «Σύλλογος Κυριών υπέρ της γυναικείας παιδεύσεως». Η Καλλιρρόη Παρέν το 1887 εκδίδει και κυκλοφορεί την πρώτη γυναικεία εφημερίδα με τίτλο «Η εφημερίς των κυριών» που επικεντρώνει την προπαγάνδα της καταρχήν γύρω από δύο κεντρικές διεκδικήσεις, αφήνοντας στο περιθώριο τα πολιτικά δικαιώματα: το δικαίωμα στην εκπαίδευση και το δικαίωμα στην εργασία. Το 1888 είναι η χρονιά που ακούγεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το σύνθημα «Ψήφος στις γυναίκες».

Τα φεμινιστικά αιτήματα αυτής της περιόδου επικεντρώνονται κυρίως σε νομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, αναδεικνύοντας ως καθοριστικό παράγοντα για τη θέση της γυναίκας το νομικό εποικοδόμημα και την ανάγκη εκσυγχρονισμού του σύμφωνα με τις επιταγές των συμφερόντων της αστικής τάξης. Ομως η νομική - τυπική μορφή ισότητας των δύο φύλων συγκαλύπτει επιμελώς την ουσιαστική ανισότητα και την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο μέσω της λειτουργίας του νόμου της υπεραξίας. Και στην περίπτωση των γυναικών, η μαζική είσοδός τους στην παραγωγή αποτέλεσε την υλική βάση της αναγνώρισης της τυπικής νομικής ισοτιμίας, σε συνάρτηση και με τις αγωνιστικές διεκδικήσεις του γυναικείου και εργατικού κινήματος.

Ομως η ταξική εκμετάλλευση και φυλετική καταπίεση της γυναίκας της εργατικής τάξης καθιστά κενό γράμμα τη νομική ισοτιμία, όπου υπάρχει και στο βαθμό που υπάρχει. Χαμηλότερες αμοιβές, ανασφάλιστη εργασία, μεγαλύτερη ανεργία, έλλειψη προστασίας της μητρότητας, εμπορευματοποίηση κοινωνικής πολιτικής και επιβίωση αναχρονιστικών και αντιδραστικών αντιλήψεων είναι η πραγματικότητα για τις γυναίκες της εργατικής τάξης. Και το γεγονός αυτό, που θα ανατραπεί ουσιαστικά σε όφελος αυτών των γυναικών μόνο με την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, ο φεμινισμός το προσπερνά. Ως αστικό ρεύμα επικεντρώνει μόνο στο εποικοδόμημα και αρνείται να δει την υλική βάση που γεννάει τη διπλή καταπίεση και εκμετάλλευση, την ανισότιμη θέση της γυναίκας, αφού αρνείται την ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.


Η ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στον καπιταλιστικό κόσμο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα αγκάλιασε και τις γυναίκες της εργατικής τάξης. Η απεργία των εργατριών της υφαντουργίας στη Ν. Υόρκη την 8η Μάρτη του 1857 καταγράφεται ιστορικά ως μία από τις πρώτες απεργίες των εργατριών και είχε ως αιτήματα τη μείωση των ωρών εργασίας, ίσα μεροκάματα με τους άνδρες και υγιεινές συνθήκες δουλειάς. Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι γυναίκες της εργατικής τάξης κυρίως στις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία οργανώνονται στα συνδικάτα. Πολλές από αυτές τις ενώσεις προσχωρούν στην Α΄ Διεθνή. Πλευρές του κινήματος των γυναικών και του γυναικείου ζητήματος συζητήθηκαν και στα συνέδρια της Β΄ Διεθνούς, ενώ το Συνέδριο του Λονδίνου (1896) τόνισε την ανάγκη να τεθεί σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γυναικείο εργατικό κίνημα και στο φεμινισμό. Το 1910 στη 2η Διεθνή Συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστριών Γυναικών στην Κοπεγχάγη υιοθετείται η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας μετά από πρόταση της Γερμανίδας επαναστάτριας Κλάρα Τσέτκιν.

Η εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας με την Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση το 1917 είχε καταλυτικές συνέπειες στη νομοθεσία για τη γυναίκα, αλλά και στην πραγματική θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Η σοβιετική εξουσία έδωσε καταρχήν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις γυναίκες για πρώτη φορά στον κόσμο. Επίσης κατάργησε όλους τους νόμους που κατοχύρωναν την ανισότιμη θέση της γυναίκας στην εργασία και στην οικογένεια, στους νόμους για το διαζύγιο και αναγνώριζαν την προνομιακή θέση του άνδρα, την ανισότητα ανάμεσα στα γεννημένα σε γάμο και εκτός γάμου παιδιά κλπ. Οι μπολσεβίκοι δεν αρκούνταν όμως μόνο σε αυτές τις κατακτήσεις. Ο Λένιν διακήρυττε ότι «η νομική ισοτιμία δεν είναι ακόμα ισοτιμία στη ζωή» και πως «το γυναικείο εργατικό κίνημα βάζει σαν κύριο καθήκον του την πάλη για την οικονομική και κοινωνική ισοτιμία. Η ανάπτυξη-εδραίωση των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής θα έχει ως αποτέλεσμα να τραβήξουμε τη γυναίκα από τη “σκλαβιά του σπιτιού”, να τη λευτερώσουμε από την υποταγή-που την αποβλακώνει και την ταπεινώνει- στο αιώνιο και αποκλειστικό περιβάλλον της κουζίνας, των παιδιών, αυτό είναι το κύριο καθήκον».

Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, μαζί με την πίεση του εργατικού και γυναικείου κινήματος, ανάγκασαν την αστική τάξη των καπιταλιστικών κρατών να προωθήσουν κάποιες μεταρρυθμίσεις κυρίως στο επίπεδο των πολιτικών δικαιωμάτων.




Ο «ΝΕΟΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ»


Εκτός από τους εκπροσώπους της αστικής τάξης, οι μικροαστικές αντιλήψεις για το γυναικείο ζήτημα εξέφρασαν το οπορτουνιστικό, νεοφεμινιστικό ρεύμα, που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1960 καταρχήν στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στις καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης. Είναι μια περίοδος που εκδηλώνεται νέα οικονομική κρίση υπερπαραγωγής, όξυνση της αντίθεσης κεφαλαίου εργασίας που εκφράζεται πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά. Αυτό οδηγεί σε άνοδο του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, ανάμεσά τους και χιλιάδες γυναίκες που για πρώτη φορά έρχονται σ’ επαφή με το λαϊκό κίνημα. Οι αδυναμίες στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος συμβάλλουν ώστε νέες μάζες γυναικών που δεν είναι εξοπλισμένες με την απαιτούμενη κοινωνική πείρα και δέχονται την πολιτική τρομοκρατία της άρχουσας τάξης και την ιδεολογική της επίθεση να είναι ευάλωτες στις μικροαστικές αντιλήψεις, στον οπορτουνισμό και στο συμβιβασμό.

Οι δύο κύριες εκφάνσεις του νεοφεμινισμού ήταν ο σοσιαλιστικός (σοσιαλδημοκρατικός) και ο ριζοσπαστικός φεμινισμός.

Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή οι σοσιαλίστριες φεμινίστριες, αναγνωρίζουν τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, εξισώνουν όμως τον καταπιεστικό ρόλο των ανδρών ως φύλου με τον καπιταλισμό. Κάποιες από αυτές δέχονται την ευθύνη του καπιταλιστικού συστήματος για τα δεινά των γυναικών, όμως υποστηρίζουν λαθεμένα ότι με σταδιακές μεταρρυθμίσεις (κυρίως στο νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα) μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για συνολικές αλλαγές, χωρίς να είναι απαραίτητη η ταξική σύγκρουση και η συνολική ανατροπή του συστήματος. Σε αυτή τη θεωρία οι φεμινιστικοί στόχοι αποτελούν μέρος αυτής της διαδικασίας και η ταξική πάλη έχει την ίδια αξία με την πάλη των δύο φύλων. Σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκε μετά τη μεταπολίτευση στη χώρα μας το ΠΑΣΟΚ και η «Ενωση Γυναικών Ελλάδας» (ΕΓΕ), στην οποία δραστηριοποιούνταν, αλλά και οι σοσιαλδημοκρατικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου στη Γαλλία, την Ισπανία, τις Σκανδιναβικές χώρες. Κάποιες άλλες θεωρούν ότι είναι απαραίτητη η ριζική αλλαγή της κοινωνίας ως προϋπόθεση της χειραφέτησης των γυναικών, αλλά θεωρούν ανεπαρκή την κλασσική μαρξιστική προσέγγιση για να εξηγήσει και να επιλύσει την ανισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα.

Στη δεύτερη περίπτωση, του ριζοσπαστικού φεμινισμού, εχθρός των γυναικών είναι οι άνδρες. Εδώ κυριαρχεί η άποψη ότι η καταπίεση των γυναικών είναι η θεμελιώδης και καθολική μορφή κυριαρχίας που πρέπει να καταργηθεί. Η ανδρική εξουσία, η πατριαρχία, όπως αυτή τη εννοεί η θεωρία, δεν εκτείνεται μόνο στη δημόσια σφαίρα αλλά και στην ιδιωτική ζωή κάθε γυναίκας και στόχος είναι όλες οι γυναίκες ως στρώμα με κοινά συμφέροντα να αγωνιστούν για να πετύχουν την «απελευθέρωσή» τους από την αντρική εξουσία. Χαρακτηριστικό της αντίληψης αυτής είναι το απόσπασμα από το μανιφέστο της φεμινιστικής ομάδας «Redstockings» της Ν. Υόρκης τo 1969: «Αναγνωρίζουμε ότι οι φορείς της καταπίεσής μας είναι οι άνδρες. Η ανδρική υπεροχή είναι η παλιότερη, η βασικότερη μορφή κυριαρχίας [...] Ολοι οι άνδρες καρπώνονται οικονομικά, σεξουαλικά και ψυχολογικά οφέλη από την ανδρική κυριαρχία. Ολοι οι άνδρες έχουν καταπιέσει τις γυναίκες» .

Αυτό το ρεύμα χαρακτηρίστηκε και ως «φεμινισμός της διαφοράς», που είχε στόχο τη διαμόρφωση μιας «νέας φεμινιστικής συνείδησης που θα έδινε στις γυναίκες τη δυνατότητα να απελευθερωθούν από τα ανδροκρατούμενα πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας» .

Αυτή τη θεωρητική προσέγγιση υιοθέτησαν και κόμματα αναθεώρησης του Μαρξισμού, όπως το «ΚΚΕ εσωτερικού» στη χώρα μας, η «Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών», στην οποία δραστηριοποιούνταν, καθώς και κάποιες «αυτόνομες» ομάδες.

Ο νεοφεμινισμός λοιπόν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αρνήθηκε την ταξική ρίζα του γυναικείου ζητήματος, καλλιεργώντας την αντίθεση ανδρών και γυναικών.

Η ιδιαιτερότητα των βιολογικών λειτουργιών των γυναικών και οι διαφορές των δύο φύλων στην αναπαραγωγική διαδικασία είναι για κάποιους εκπροσώπους αυτού του ρεύματος η πηγή της ανισότιμης θέσης της γυναίκας, που προϋπήρχε της ταξικής κοινωνίας. Οι μικροαστικές, οπορτουνιστικές αντιλήψεις συναντούν την αναχρονιστική αστική αντίληψη της βιολογικής κατωτερότητας, διατυπωμένη αιώνες πριν.

Ο αναθεωρητισμός και ο δεξιός οπορτουνισμός προτάσσει την αλλαγή νοοτροπίας μέσα από τη διαμόρφωση μιας «γυναικείας συνείδησης» με τη δημοσιοποίηση -επομένως και την πολιτικοποίηση- των προσωπικών προβλημάτων. Θέτει σε δεύτερη μοίρα ή παρακάμπτει παντελώς τις υλικές προϋποθέσεις, τις οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές που απαιτούνται και αποτελούν αναγκαία (αν και όχι ικανή) συνθήκη για την εξάλειψη της διπλής καταπίεσης.

Γενικότερα, οι αναχρονιστικές αντιλήψεις, η πατριαρχική νοοτροπία, η θρησκεία είναι για το νεοφεμινισμό η κύρια πηγή της ανισοτιμίας. Καταλήγει σε μια φιλοσοφικά ιδεαλιστική τοποθέτηση, δίνοντας πρωταρχική σημασία στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και στις πολιτιστικές αξίες και όχι στους υλικούς όρους. Θεωρεί ότι οι ιδέες γεννούν τα κοινωνικά προβλήματα και ανάμεσα σε αυτά και το γυναικείο και όχι το αντίθετο. Στην πραγματικότητα οι ιδέες γεννιούνται πάνω στη βάση των υλικών σχέσεων των ανθρώπων και δεν μπορούν να αποτελούν κυρίαρχη αιτία των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά μόνο την αντανάκλασή τους, πηγή ανατροφοδότησής τους. Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της άρχουσας τάξης κάθε εποχής και για την εποχή μας κυρίαρχη είναι η ιδεολογία της αστικής τάξης. Οσο η εξουσία παραμένει στα χέρια της, όσο το κράτος εκφράζει και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της, όσο η βασική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας δε λύνεται, τόσο η κυρίαρχη ιδεολογία θα δικαιολογεί όχι μόνο κληρονομημένες αναχρονιστικές αντιλήψεις και πρακτικές, αλλά θα παράγει και νέες, στο όνομα της ισότητας των δύο φύλων, όπως συμβαίνει στις μέρες μας.

Η ριζική αλλαγή στις σχέσεις των δύο φύλων, στις αντιλήψεις και στην πρακτική ως προς τη φροντίδα-διαπαιδαγώγηση των παιδιών κλπ., γενικά η ριζική αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις προϋποθέτει ανατροπή στις οικονομικές σχέσεις, με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι αυτομάτως θα εξαλειφθούν ιδέες και αντιλήψεις που κυριαρχούν αιώνες και η πλήρης εξάλειψή τους θα έρθει μόνο στην αταξική κομμουνιστική κοινωνία.

Ο νεοφεμινισμός θεωρεί τη φυσική διαδικασία της αναπαραγωγής ως την αιτία της υποταγής των γυναικών απορρίπτοντας τις κοινωνικοοικονομικές αιτίες που γεννούν τη διπλή καταπίεση και την εκμετάλλευση και προτείνοντας ως λύση τον έμφυλο καταμερισμό καθηκόντων και εργασιών.

Ο αναθεωρητισμός και οπορτουνισμός στο πολιτικό εργατικό κίνημα εκφράζεται με την υιοθέτηση των παραπάνω νεοφεμινιστικών αντιλήψεων, που καταλήγουν στην πρόταση για διαμόρφωση «ενιαίας γυναικείας συνείδησης», ανεξάρτητα από την ταξική ταυτότητα της γυναίκας.

Ο φεμινισμός στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 προέταξε το ζήτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης και των διαπροσωπικών σχέσεων, επιχειρηματολογώντας ότι η δημοσιοποίηση αυτών των προβλημάτων τα καθιστά πολιτικά.

Η μαρξιστικο-λενινιστική θεωρία ανέδειξε τις σχέσεις των δύο φύλων ως αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής στην ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία. Οι κλασικοί διατύπωσαν τη θέση ότι η άρχουσα τάξη πίσω από τον υποκριτικό μανδύα του πουριτανισμού προσπαθούσε να κρύψει τα ζευγάρια χωρίς έρωτα της τάξης της, την επίσημη και ανεπίσημη πορνεία. Και αυτό όχι γιατί πίστευε στην αγιότητα της οικογένειας, αλλά γιατί την ήθελε συγκροτημένη πάνω στη διπλή καταπίεση της γυναίκας, εμπορική μονάδα, αντίγραφο της κοινωνίας που κυριαρχούσε και κυριαρχεί. Η αναγνώριση αυτής της θέσης και ο ανάλογος προσανατολισμός πάλης καθορίζει το ριζοσπαστισμό του γυναικείου κινήματος σήμερα.


ΑΠΟ ΤΟ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ» ΣΤΙΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ


Στη δεκαετία του 1960 αστοί ακαδημαϊκοί επινόησαν τον όρο «κοινωνικό φύλο», ως μια κοινωνική-πολιτισμική κατηγορία, διαχωρίζοντάς τον από το «βιολογικό φύλο». Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση ο όρος «βιολογικό φύλο» (sex) παραπέμπει στη φύση, στις ανατομικές και τις βιολογικές διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, σε αρσενικά και θηλυκά όντα. Το «κοινωνικό φύλο» (gender) είναι αυτό που προσδιορίζεται κοινωνικά και πολιτισμικά, άρα είναι επίκτητο και όχι έμφυτο και επίσης διαφοροποιείται στο χώρο και στο χρόνο σύμφωνα με τις κοινωνικές επιταγές.Το «κοινωνικό φύλο» είναι σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση μια κοινωνική κατασκευή, ένας ρόλος που αποδίδει η κοινωνία στα μέλη της, μια δοτή ταυτότητα, αφορά δηλαδή τον πολιτισμό και αναφέρεται στην κοινωνική κατηγοριοποίηση σε «ανδρικό» και «γυναικείο».

Στη θεώρηση αυτή του φύλου συναντάμε το σπόρο της φεμινιστικής διανόησης της Simone de Beauvoir που διατυπώθηκε στο γνωστό της έργο «Το Δεύτερο Φύλο», που δημοσιεύτηκε το 1949, ότι δηλαδή«δε γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι» και συνεπώς το σημαντικότερο εμπόδιο για την απελευθέρωση της γυναίκας δεν είναι το βιολογικό της φύλο, αλλά μάλλον ολόκληρη η διαδικασία με την οποία κατασκευάζεται η λεγόμενη «θηλυκότητα» στην κοινωνία.

Ο όρος «κοινωνικό φύλο» αντικατέστησε τον όρο «γυναίκες» και τη σύνδεσή τους με την τεκνοποίηση. Ετσι, ενώ ο όρος «γυναίκες» παραπέμπει σε γυναίκες και παιδιά, ο όρος «κοινωνικό φύλο» παραπέμπει σε άνδρες και γυναίκες, σε γυναίκες και γυναίκες, σε άνδρες και άνδρες.

Πρόκειται για υποκειμενική ιδεαλιστική θεώρηση που δεν αναγνωρίζει το φυλετικό διαχωρισμό σε άνδρες και γυναίκες ως αντικειμενικό γεγονός. Οι ιδεαλιστικές αυτές απόψεις στήνουν την πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Αγνοούν ότι η συνείδηση και η νοοτροπία έχουν ως βάση τους τη φυσική κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα, ότι οι σχέσεις των δύο φύλων και οι κοινωνικές αντιλήψεις γι’ αυτές αντανακλούν τις σχέσεις παραγωγής. Οι πάγιες διχοτομήσεις του τύπου άνδρας - γυναίκα, υποστηρίζουν οι συγκεκριμένες ιδεαλιστικές απόψεις, δεν υφίστανται ως σταθερές κατηγορίες, γιατί οι άνδρες και οι γυναίκες είναι μεταβαλλόμενες υποκειμενικότητες. Σύμφωνα με αυτές τις θεωρήσεις η κοινωνική συνείδηση είναι το πρωτεύον, η προϋπόθεση, η βάση και όχι το παράγωγο του κοινωνικού είναι, δηλαδή του συστήματος που διέπεται από αντικειμενικούς νόμους εξέλιξης του υλικού κόσμου, του φυσικού και του κοινωνικο-ιστορικού κόσμου, που αντανακλώνται στη συνείδηση της ανθρωπότητας και έχουν επαληθευτεί μέσα από χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ύπαρξης και πρακτικής.

Από τη δεκαετία του 1980 και πιο έντονα στη δεκαετία του 1990, την εποχή της νίκης της αντεπανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, την εποχή της γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου σε εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης, ενισχύονται οι αστικές θεωρήσεις στηριγμένες στη θεωρία της «μετανεωτερικότητας» (μεταμοντερνισμός), του μεταδομισμού και θεωρητικοποιούν τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις.

Η μεταμοντέρνα προσέγγιση χαρακτηρίζει τις κοινωνίες του 21ου αιώνα ως μεταβιομηχανικές, πράγμα που σημαίνει ότι η σύγχρονη κοινωνία δε χαρακτηρίζεται με βάση τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής, τις καπιταλιστικές και μάλιστα στην ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξής τους, την ιμπεριαλιστική. Δεν είναι πια οι σχέσεις παραγωγής που καθορίζουν την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά οι σχέσεις επιστήμης και τεχνολογίας. Ο αγνωστικισμός είναι η μόνη βεβαιότητα της μετανεωτερικότητας, αφού «η αναζήτηση της βεβαιότητας είναι πλάνη και η αλήθεια μπορεί να είναι μόνο προσωρινή». «Οι φαινομενικά σταθερές ομαδοποιήσεις, όπως η τάξη και το φύλο έχουν διαλυθεί και όλα φαίνονται προσωρινά και αβέβαια».

Η αντιδραστική σκέψη των μεταμοντερνιστών αρνείται την αντικειμενικότητα, την απόλυτη αλήθεια, απολυτοποιώντας την υποκειμενικότητα, τη σχετική αλήθεια, το συναίσθημα. Αρνούνται τις καθολικές κατηγορίες γιατί δεν αναγνωρίζουν καθολική αλήθεια ως αντανάκλαση της αντικειμενικότητας και ενότητας του κόσμου. Διακηρύσσουν την εξάλειψη της κοινωνικής σημασίας όρων όπως «γυναίκα» - «άνδρας», μέσω της λεγόμενης «αποδόμησης» σε γλωσσικό, νοητικό επίπεδο.

Πρόκειται για ιδεαλιστική φιλοσοφική προσέγγιση, που αρνείται την αντικειμενικότητα της κοινωνικής πραγματικότητας και θεωρεί ως θεμέλιο τη γλώσσα, δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, τη νόηση. Ακόμα, απολυτοποιούν ως αφετηρία της γνώσης την ατομική εμπειρία σε βάρος της κοινωνικής εμπειρίας και γνώσης. Η ίδια μεθοδολογία ακολουθείται και στη μεταδομιστική γλωσσολογία, που υποστηρίζει ότι οι λέξεις έχουν νόημα μόνο σε σχέση με άλλες λέξεις, ότι ορίζουμε μια έννοια και της αποδίδουμε νόημα σε σχέση με το αντίθετό της, στη βάση μιας δυαδικής λογικής, χωρίς ν’ αναγνωρίζουν ότι αντανακλά αντικειμενικές δυαδικότητες. Οι μεταμοντερνιστές δε θεωρούν ότι η γλώσσα αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά ότι η γλώσσα οικοδομεί την πραγματικότητα, οι ταυτότητες οικοδομούνται μέσω της ομιλίας. Αρνούνται την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη γνώση και απεικονίζεται από αυτή (π.χ. βίωμα, γλώσσα κλπ.).

Η λέξη, για παράδειγμα, που χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε την πραγματικότητα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό σύμβολο. Εχει υλικό υπόβαθρο, συνδέεται με αντικειμενικές σχέσεις, αντανακλά την ιστορικότητά τους. Η «λέξη» δεν είναι επινόηση, δεν είναι σύμβαση για να καταλαβαινόμαστε. Οταν ονομάζουμε κάτι, το κάνουμε γιατί ήδη υπάρχει και όχι το αντίστροφο. Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα του νοήματος. Το γεγονός ότι δημιουργείται υποκειμενικά, δε σημαίνει ότι δεν έχει αντικειμενική βάση. Το νόημα εκφράζει την αντικειμενική σχέση του ατόμου με τον κόσμο.

Μεταξύ των εκπρόσωπων αυτού του ρεύματος είναι και ο Γάλλος συγγραφέας Derrida. Θεωρεί ότι συμβολισμοί και γλώσσα εμφανίζονται όχι ως προϊόν της κοινωνικής υπόστασης του ανθρώπου, αλλά ως αποκλειστικά ατομικές βιολογικές λειτουργίες.

Για το Foucault τα πρότυπα ή οι «Λόγοι», όπως τους λέει, οργανώνουν την αντίληψή μας για τον κόσμο. Η εξουσία έρχεται από παντού, ενώ δεν υπάρχει αντίσταση στην εξουσία που να μην είναι και αυτή μορφή εξουσίας. Η ταξική αντίληψη της εξουσίας χαρακτηρίζεται ως απαρχαιωμένη «νεωτερική» αντίληψη της εξουσίας, σε μια εποχή που η εξουσία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία και ασκείται στο μικροεπίπεδο θεσμών, όπως η οικογένεια, το σχολείο κλπ.

Ο Lacan αναπτύσσει τη θεωρία αυτή, διατυπώνοντας την άποψη ότι οι όροι «άνδρας» και «γυναίκα» δεν είναι ενιαίες και σταθερές κατηγορίες, έχουν διαφορετικές (και εσαεί μεταβαλλόμενες) υποκειμενικότητες και ότι οι κατηγορίες είναι μάλλον γλωσσικά κατασκευασμένες παρά βιολογικά προσδιορισμένες. Δεν υπάρχει αρσενικό ή θηλυκόάτομο πριν από το σχηματισμό του υποκειμένου, πριν από τη γλώσσα. Για το μεταφεμινισμό του Lacan απαιτείται η σύνδεση όχι με την πραγματική λέξη, αλλά με τη συμβολική πολιτισμική σημασία που έχει κωδικοποιηθεί από τη γλώσσα. Με την κατανόηση αυτών των προκαταλήψεων και με τη μείωση ή τον εξοβελισμό τους από τη γλώσσα, σταδιακά θα ελαττωθούν οι διακρίσεις και η εκμετάλλευση.

Η διάκριση της προηγούμενης περιόδου σε «βιολογικό» και «κοινωνικό» φύλο καθίσταται αναχρονιστική, άκυρη και αδιέξοδη. Το «κοινωνικό φύλο» δεν πρέπει να δεσμεύεται από το «βιολογικό» και τις κοινωνικο-πολιτισμικές και πολιτικές ερμηνείες των βιολογικών σωμάτων. Οι κατηγορίες «άνδρας» και «γυναίκα» δεν είναι άλλες από τις εκ των υστέρων πολιτικές ερμηνείες εγγραφής πάνω σε αδρανή βιολογικά σώματα. Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκπρόσωπο της φεμινιστικής μεταμοντέρνας φιλοσοφίας Judith Butler «το φύλο δεν είναι τίποτα άλλο από κινήσεις, ενεργήματα, χειρονομίες που μέσα από μια διαδικασία επανάληψης παράγουν μια έμφυλη ταυτότητα. Τα σώματα αποκτούν κάποιο φύλο μέσω της ακατάπαυστης επιτέλεσής του»!

Από την ίδια την Butler, αλλά και άλλους εκπροσώπους αυτού του ρεύματος της μετανεωτερικότητας, διατυπώνεται η άποψη ότι οι διακρίσεις με βάση το φύλο δεν ευσταθούν, αφού «τα σώματα και οι συμπεριφορές των δύο φύλων παρουσιάζουν μια μίξη ανδρικών και γυναικείων χαρακτηριστικών», η σεξουαλική ταυτότητα είναι κάτι ρευστό και καθόλου δεδομένο και στην ακραία τους εκδοχή «οι έμφυλες ταυτότητες θα μπορούσαν ακόμα και να εξαφανιστούν». Η διάκριση, σύμφωνα μ’ αυτές τις θεωρίες, άνδρα - γυναίκας αποτελεί ψευδή διχοτόμηση, που είναι κατασκευασμένη και όχι πραγματική.

Τα τελευταία 20 χρόνια όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια του καπιταλιστικού κόσμου έχουν εντάξει στα προγράμματά τους τις«Σπουδές Φύλου». Πολυάριθμες εκδόσεις, συγγράμματα, μαθήματα, ημερίδες που διοργανώνονται στα τριτοβάθμια ιδρύματα, αλλά και αυτοτελή προγράμματα σπουδών και μεταπτυχιακών, καθώς και η μετονομασία των «Γυναικείων Σπουδών» σε «Σπουδές Φύλου» έχουν στόχο να μπολιάσουν τους νέους ανθρώπους και ιδιαίτερα τις νέες γυναίκες με τις νεώτερες ιδεαλιστικές και αντιδιαλεκτικές φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές θεωρήσεις για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Τις διαδίδουν ως δήθεν προϊόντα «επιστημονικών ερευνών». Αποτυπώνουν την προσπάθεια της αστικής τάξης να πείσει ότι παρήλθε οριστικά η εποχή των ταξικών αντιθέσεων, η εποχή των ταξικών συγκρούσεων και μαζί με αυτή και η εποχή της συλλογικής δράσης.

Χαρακτηριστική επίδραση σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί το «Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ», όπου όλοι εξυμνούν την ταυτότητά τους με βάση τη σεξουαλική τους προτίμηση: γυναίκες, άνδρες, ομοφυλόφιλοι, λεσβίες. Κάθε ομάδα επιδιώκει να αντισταθεί στον καταπιεστή της, όπως τον αντιλαμβάνεται, όχι όμως ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Αλλη σημαντική πολιτική προέκταση αυτής της αντίληψης είναι η απόρριψη της οργάνωσης με δομημένη ιεραρχία. Θεωρείται ότι η δομή μιας οργάνωσης και η ιεραρχία αναπαράγει την εξουσία και την καταπίεση. Γι’ αυτό διαμορφώνουν χαλαρές μορφές οργάνωσης, χωρίς «ιεραρχικές σχέσεις» (λ.χ. Πρόεδρο ή Διοικητικό Συμβούλιο), οι οποίες, παρά τον αφορισμό τους ως προς την εξουσία, σχετίζονται με την αστική εξουσία, αφού χρηματοδοτούνται από αυτή. Με βάση τη μετανεωτερικότητα, η διέξοδος βρίσκεται στην εξατομίκευση του ενεργού υποκειμένου και τελικά στις ατομικές λύσεις. Πίσω από τα περίτεχνα και εξεζητημένα λόγια του ακαδημαϊκού φεμινισμού, που τον τελευταίο καιρό όλο και ευρύτερα προπαγανδίζεται από τα αστικά ΜΜΕ (έντυπα και ηλεκτρονικά), κρύβεται η επιθυμία της αστικής τάξης για πολιτική και κοινωνική αδράνεια των γυναικών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Προβάλλεται ως μέγιστη κοινωνική αξία η ανοχή, η αποδοχή κάθε διαφορετικής προσωπικής επιλογής, αφού ο «φόβος του άλλου» γεννάει προβλήματα που δεν έχει λύσει μέχρι σήμερα ο καπιταλισμός και αποτελούν αγκάθια στο στόχο του για συσσώρευση νέων κερδών. Τελικά η ανοχή δεν είναι τίποτα άλλο από ανοχή στην εκμεταλλευτική κοινωνία!

Γι’ αυτό άλλωστε ο μετα-μοντερνισμός επικρίνει το Μαρξισμό, που επιστημονικά τεκμηρίωσε την ταξική διαίρεση των κοινωνιών, τη συγκρότησή τους από μεγάλες ομάδες διαφορετικών ατόμων που ταξικά ομαδοποιούνται στη βάση αντικειμενικών γενικών συμφερόντων, τα οποία καθορίζονται από τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής. Στις τάξεις εντάσσονται άνδρες και γυναίκες που έχουν κοινά συμφέροντα και κοινό εχθρό. Ιδιαίτερα στο σύγχρονο καπιταλισμό δεν υπάρχει τίποτα που να ενώνει τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων με τις αστές γυναίκες.

 

Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ


Γνήσιος απόγονος των νεοφεμινιστικών αντιλήψεων με πολλές «μετανεωτεριστικές» προσμίξεις τα τελευταία χρόνια είναι οι θέσεις του γυναικείου δικτύου του ευρωπαϊκού φορέα του δεξιού οπορτουνισμού, Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ), καθώς και του γυναικείου δικτύου του (EL FEM).

Οι απόψεις των δεξιών οπορτουνιστών είναι αποκαλυπτικές, τόσο για το πώς αντιλαμβάνονται το χαρακτήρα της ΕΕ, όσο κυρίως για το πώς τοποθετούνται στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές αυτού του ιμπεριαλιστικού κέντρου όσον αφορά την κοινωνική θέση της γυναίκας και τις ιδιαίτερες ανάγκες της.

Το EL FEM στα πλαίσια του ΚΕΑ δε θεωρεί ότι η ΕΕ αποτελεί μια ιμπεριαλιστική ένωση που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλίων, αλλά ότι «στην πολιτική της ζωή έχει γίνει μια απότομη στροφή προς τα δεξιά ενάντια στα πολιτικά συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών». Ετσι υποστηρίζει ότι μπορεί να βελτιωθεί, να μετεξελιχτεί σε ΕΕ με «νέα πολιτική» και με «νέο ρόλο στον κόσμο».

Το EL FEM, σύμφωνα με τα ντοκουμέντα του 1ου Συνεδρίου του ΚΕΑ, όχι μόνο εξομοιώνει την ταξική εκμετάλλευση με τη φυλετική καταπίεση, αλλά προτάσσει τη δεύτερη ως κύρια αιτία των δεινών των γυναικών: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα φύλα δεν είναι κατώτερη από την αντιπαράθεση των τάξεων. Σε σχέση με την πατριαρχική αρχή της ιεράρχησης των διαφόρων μορφών κοινωνικών αντιθέσεων, εμείς πρέπει να ξεσκεπάσουμε τις συγκεκριμένες αλληλοεπιδράσεις και περιορισμούς […] Οι πατριαρχικές κοινωνίες έχουν διαμορφωθεί αργά ως κοινωνίες διαστρωματωμένες πάνω στις γραμμές του φύλου […] Σήμερα, όπως χθες, η πολιτική είναι πατριαρχική. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τις πολιτικές μας με μια σπονδυλική στήλη, που θα είναι μόνο ο ταξικός αγώνας, συμπληρωμένος από φεμινιστικά περιβαλλοντικά, εθνοτικά και σεξουαλικής επιλογής ζητήματα». Στο 2ο Συνέδριο της Πράγας, το 2007, το EL FEM διακηρύσσει ότι «συνεχίζει να παλεύει […] ενάντια σε μία νεοφιλελεύθερη και πατριαρχική δομή, που χρειάζεται τη σκλαβιά των γυναικών για τη διατήρηση του δικού της στάτους κβο».

Η κυρίαρχη προβολή της πατριαρχικής κοινωνίας μόνο σύγχυση μπορεί να δημιουργήσει στις γυναίκες αφήνοντας στο απυρόβλητο την αιτία της γυναικείας καταπίεσης, το ταξικό εκμεταλλευτικό σύστημα. Οι γυναίκες βέβαια στον καπιταλισμό είναι «υποδουλωμένες, καταπιεζόμενες από την κυριαρχία των αντρών, από την εξουσία του εργοδότη και από ολόκληρη την αστική κοινωνία στο σύνολό της» και «το παλιό δικαίωμα κυριαρχίας του άντρα εξακολουθεί να υπάρχει υπό κεκαλυμμένη μορφή». Ομως η αντίληψη ότι η κυριαρχία του άνδρα πάνω στη γυναίκα είναι η κυρίαρχη μορφή εκμετάλλευσης στο σημερινό σύστημα, έχει ως αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται πλήρως ο καθοριστικός ρόλος της ταξικής πάλης για την ισοτιμία και τη χειραφέτηση της γυναίκας, γεγονός που ομολογείται ευθαρσώς από τις νεοφεμινίστριες σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η φυλετική καταπίεση αποτελεί ασήμαντη πλευρά της ταξικής εκμετάλλευσης. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα υποβάθμιζε την αναγκαιότητα του γυναικείου κινήματος και θα αντιμετώπιζε την επίτευξη της ισότητας ως αποτέλεσμα που έρχεται αυτόματα με την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, παραγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητά του σε σύγκριση με τα άλλα κοινωνικά λαϊκά προβλήματα.

Δε λείπουν από το λόγο του EL FEM διακηρύξεις κατά της φτώχειας των γυναικών: «Καταδικάζουμε τη φτώχεια ειδικά τη γυναικεία, εξ ου και ο όρος “εκφεμινισμός της φτώχειας”». Αλλά μένουν στην επιφάνεια, αποκρύπτοντας την ουσία, την αιτία του φαινομένου. Η ίδια η φύση του καπιταλιστικού συστήματος, ο όρος ύπαρξής του που είναι το ατομικό κέρδος, είναι που γεννάει την ανεργία, τη μερική απασχόληση, τη δουλειά χωρίς ασφάλιση, που φορτώνει τις γυναίκες νέα βάρη με την απουσία δωρεάν δημόσιων κοινωνικών παροχών και αυτό αποσιωπάται σκόπιμα. Οι αόριστες επικλήσεις τους στην ηθική καταδίκη -«εμμένουμε ότι η φτώχεια είναι ηθικά απαράδεκτη στον κόσμο μας και γι’ αυτό πρέπει να εξαλειφθεί»- αφήνουν στο απυρόβλητο την πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της που ευθύνονται για τα δεινά των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων.

Στην ουσία, ΚΕΑ και EL FEM είναι ενσωματωμένα και συμβιβασμένα με την αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική, όπως εξειδικεύεται και στις γυναίκες. Γι’ αυτό κάνουν λόγο για «διασφάλιση της εργασίας που να επιτρέπει στους ανθρώπους να συμφιλιώσουν την επαγγελματική, ιδιωτική και οικογενειακή ζωή», που αποτελεί την τελευταία δεκαετία βασική πολιτική της ΕΕ στο όνομα της ισότητας και υποκρύπτει την πρόθεσή της να γίνουν οι γυναίκες γέφυρα για να εφαρμοστούν τα πλέον αντιδραστικά μέτρα, γι’ αυτές και για το σύνολο της εργατικής τάξης.

Το EL FEM υποστηρίζει ότι αιτία των προβλημάτων των γυναικών της Ευρώπης είναι η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην ΕΕ και όχι ο ίδιος ο χαρακτήρας της. Σύμφωνα με την οπτική του, « η πολιτική της ΕΕ για την ισότητα των φύλων έχει ακυρωθεί από τις νεοφιλελεύθερες δράσεις», υπονοώντας ότι υπήρχε πριν σωστή πολιτική της ΕΕ προς όφελος των εργαζομένων γυναικών και σήμερα ακυρώνεται λόγω του νεοφιλελευθερισμού. Η λύση για το EL FEM βρίσκεται «μόνο στην οπτική του φύλου που μπορεί να χτυπήσει τις ρίζες της νέας νεοφιλελεύθερης αντίληψης, η οποία χρησιμοποιεί τους πολέμους, τη βία και τον κοινωνικό αποκλεισμό για να εξαναγκάσει τους λαούς να δεχτούν την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση». Αυτή η «σοσιαλδημοκρατική» προσέγγιση αποσιωπά ότι τα πιο σκληρά και αντιλαϊκά μέτρα σε βάρος των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων έχουν προωθηθεί και εφαρμοστεί από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Ομολογεί ότι δεν επιδιώκει σύγκρουση με το καπιταλιστικό σύστημα που είναι η μήτρα της ταξικής εκμετάλλευσης και της γυναικείας ανισοτιμίας, αλλά μια μορφή διαχείρισής του, τη νεοφιλελεύθερη, ότι αντιπαρατίθεται «μέσα από την οπτική του φύλου». Προτάσσει, όπως και η ίδια η ΕΕ στα επίσημα κείμενά της, την αμφισβήτηση των στερεοτύπων για τους ρόλους των δύο φύλων στην εκπαίδευση κι έτσι πλειοδοτεί στην επιχειρηματολογία για το πέρασμα αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι «η εκπαίδευση και η πρόληψη έχουν προτεραιότητα, έτσι ώστε να αμφισβητούνται τα «ματσό» στερεότυπα από τα πρώτα μαθητικά χρόνια και στο εξής να επιτρέπεται η εξέλιξη των νοοτροπιών». Η ανάγκη αυτή έχει βέβαια τη δική της αξία για την υπόθεση της ισοτιμίας, όμως δεν αποτελεί το πρωταρχικό αίτιο αλλά το παράγωγο της ανισότιμης θέσης της γυναίκας στον καπιταλισμό.

Στο ίδιο μοτίβο των κυρίαρχων προταγμάτων της ΕΕ για τις γυναίκες βρίσκεται και η αναφορά του EL FEM στη συμμετοχή των γυναικών στα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων (ΚΛΑ): «Η αντίθεση ανάμεσα στην αύξηση της παρουσίας των γυναικών στις αναρίθμητες περιοχές της κοινωνικής ζωής και στην απουσία τους στους χώρους όπου ψηφίζονται οι νόμοι και παίρνονται οι αποφάσεις που επηρεάζουν το σύνολο της κοινωνίας, δεν είναι συμβατή με την εφαρμογή της δημοκρατίας, που στηρίζεται στην αρχή της ισότητας». Γι’ αυτό διεκδικεί «ίση συμμετοχή και εκπροσώπηση των γυναικών στην πολιτική και σε όλους τους θεσμούς λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένου του 50% όλων των θέσεων στους οργανισμούς της ΕΕ».

Η μεγαλύτερη συμμετοχή βέβαια των γυναικών της εργατική τάξης ή των αυτααπασχολούμενων στην κοινωνική και πολιτική ζωή, καθώς και στη δράση του ταξικού και γενικότερα του ριζοσπαστικού λαϊκού κινήματος, αποτελεί θετικό βήμα στην υπόθεση του γυναικείου ζητήματος. Ομως οι νεοφεμινίστριες δεν ενδιαφέρονται, τόσο για τη συμμετοχή των γυναικών από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα σε ταξικά προσανατολισμένα συνδικάτα, οργανώσεις αυτοαπασχολούμενων, γενικά σε κοινωνικές οργανώσεις με αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, όσο για τη συμμετοχή των γυναικών στους θεσμούς του αστικού κράτους, των διεθνικών ιμπεριαλιστικών οργανισμών και στις ανώτερες θέσεις των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Γι’ αυτό τα αμείλικτα ερωτήματα που θέτει η ίδια η ζωή αγνοούνται σκόπιμα από τις νεοφεμινίστριες.Πρώτον, ποιες γυναίκες θα βρεθούν στο κέντρα αυτά; Συνήθως πρόκειται για μια ελίτ γυναικών της αστικής τάξης που δεν μπορεί ούτε και θέλει να εκφράσει τα προβλήματα των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό συχνά από τέτοιες θέσεις, γυναίκες συγκρούονται με τους αγώνες και τα αιτήματα του εργατικού, του γυναικείου, γενικότερα του λαϊκού κινήματος, εκφράζοντας τα συμφέροντα της τάξης τους. Δεύτερον, ποια πολιτική θα υλοποιήσουν οι γυναίκες αυτές; Μα φυσικά την πολιτική των συμφερόντων της αστικής τάξης, μέσω των θεσμών στους οποίους συμμετέχουν, σχεδιάζουν, υλοποιούν και προπαγανδίζουν αυτήν την πολιτική. Επομένως, όσο και να αυξάνεται το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών της αστικής τάξης στους θεσμούς του αστικού κράτους, η ουσία της πολιτικής δεν αλλάζει. Αλλωστε τα πλέον αντιλαϊκά μέτρα για τις γυναίκες προωθούνται και από γυναίκες.

Η υπόθεση συμμετοχής των γυναικών της εργατικής τάξης στην πολιτική και κοινωνική δράση είναι κυρίαρχο ζήτημα και για το ταξικά συνεπές εργατικό συνδικαλιστικό και για το ριζοσπαστικό μαχητικό γυναικείο κίνημα. Η συμμετοχή των γυναικών της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων, στο συνδικάτο, στο γυναικείο σύλλογο, στον αγροτικό ή επαγγελματικό σύλλογό τους και κυρίως στο Κομμουνιστικό Κόμμα θα ενισχύσει τη λαϊκή συμμαχία και θα επιταχύνει την ανατροπή του καπιταλισμού. Εξάλλου, όπως έλεγε ο Λένιν, «χωρίς τις γυναίκες δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικό μαζικό κίνημα». Είναι αποκαλυπτική λοιπόν η υποκρισία της αστικής τάξης όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στους θεσμούς της.

Από την αναφορά στα φαινόμενα βίας κατά των γυναικών, αλλά και στην εμπορία γυναικών, που σήμερα οξύνονται, απουσιάζουν παντελώς οι κοινωνικές αιτίες του φαινομένου. Εξάλλου καμία νομοθετική ρύθμιση, που ούτως ή άλλως απαιτείται, δεν μπορεί από μόνη της να λύσει το τεράστιο αυτό πρόβλημα, αν δεν υπάρξουν οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις εξάλειψής του.

Τέλος, το EL FEM, αγκιστρωμένο στο αντικομμουνιστικό του μένος, στρέφει τα βέλη κατά του σοσιαλισμού: «Να επεξεργαστούμε μαζί με τις γυναίκες της Ανατολικής Ευρώπης μια δυνατή και βαθιά κριτική του σταλινισμού και του υπαρκτού σοσιαλισμού», αφού «ο κομμουνισμός και συνολικά η αριστερά δεν κατάφεραν να υπερβούν την πατριαρχία».

Παρά τις κριτικές παρατηρήσεις για την πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού, κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ιστορικά την ώθηση που έδωσε στην υπόθεση της ισοτιμίας της γυναίκας, τόσο στο νομοθετικό όσο και στο πρακτικό κοινωνικό επίπεδο. Τα αποτελέσματα των ανατροπών στο γυναικείο πληθυσμό των σοσιαλιστικών χωρών (ανεργία, πορνεία, εξαθλίωση, μετανάστευση, κάθετη πτώση του προσδόκιμου ζωής κλπ.) είναι οφθαλμοφανή και δε χρήζουν καμιάς περαιτέρω ανάλυσης. Επιβεβαιώνεται δε σήμερα περισσότερο από ποτέ ότι σοσιαλισμός και ισοτιμία της γυναίκας βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους.



ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ


Οι Μαρξ - Ενγκελς και στη συνέχεια ο Λένιν απέδειξαν ότι η απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική εκμετάλλευση και τη διπλή καταπίεση, η πραγματική ισοτιμία της με τον άνδρα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.


Πηγή: ΚΟΜΕΠ - 



Communarios - facebook