Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα

Αλίκη Σχοινά - Η σύλληψή της και οι ανακρίσεις της στη Μέρλιν


*Απο το βιβλίο του Αντώνη Φλουντζή (Γιατρό του στρατοπέδου) "Χαϊδάρι - Κάστρο και Βωμός της Εθνικής Αντίστασης".

 

Η Αλίκη Σχοινά γράφει για τη σύλληψή της και τις ανακρίσεις της στη Μέρλιν

Παραθέτω αποσπάσματα από ένα χειρόγραφο - το πρώτο από γυναίκα - που μου έδωσε η κ. Αλίκη Σχοινά - Γαλανοπούλου με αναμνήσεις από τους αγώνες της, προ και μετά τη σύλληψή της, γιατί δίνουν ζωντανές εικόνες της φοβερής πραγματικότητας κατά την κατοχή, ιδίως εκείνες που περιγράφουν τα μαρτύρια που τράβηξε στη Μέρλιν, καθώς και τις τραγικές συνθήκες της παραμονής της στο «15» και στην αυστηρή απομόνωση γυναικών στο «16».


Η Αλίκη Σχοινά, μια μετρίου αναστήματος, πολύ όμορφη και με γερό αθλητικό σώμα νέα γυναίκα, υπάλληλος του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας, πήρε δραστήριο μέρος στην πάλη του λαού μας για τη λευτεριά του από την πρώτη μέρα της Ιταλικής εισβολής και αφιέρωνε όλο τον ελεύθερο από την υπηρεσία της χρόνο στα Νοσοκομεία, σαν εθελόντρια 
αδελφή του ΕΕΣ ή πλέκοντας κάλτσες και φανέλες για τους φαντάρους του μετώπου. Και έπειτα από τις πρώτες μέρες της κατοχής, πλάι στο μόχθο για τη συντήρηση της πολυμελούς οικογένειάς της, πήρε ενεργό μέρος στην οργάνωση των συσσιτίων του Ορειβατικού Συνδέσμου, που ήταν μέλος του από το 1933, για τα άπορα εργαζόμενα παιδιά και έπαιξε σοβαρό ρόλο στους αγώνες των υπαλλήλων του Υπουργείου της και γενικότερα των Δημοσίων Υπαλλήλων για την επιβίωσή τους και στην οργάνωση της Εθνικής Αλληλεγγύης για τη βοήθεια εκείνων που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Τον αγώνα της αυτό τον συνέχισε με όλο και αυξανόμενη δραστηριότητα ως τη μέρα της σύλληψής της. Έπαιρνε μέρος σ' όλες τις απεργίες των Δημοσίων Υπαλλήλων, καθώς και σ' όλες τις εκδηλώσεις και συλλαλητήρια. Έθετε μάλιστα στη διάθεση όσων την εμπιστεύονταν, ανεξάρτητα από την παράταξη που ανήκαν, τη γραφομηχανή και τον πολύγραφο που διέθετε, για να γράφει προκηρύξεις και ό,τι άλλο αντιστασιακό υλικό χρήσιμο για τη διαφώτιση και την κινητοποίηση των Δημοσίων Υπαλλήλων και του Ελληνικού Λαού:

«Την εποχή εκείνη και επί Κυβερνήσεως Ράλλη, γράφει, είχαν διορισθεί πολλοί άνθρωποι της Ειδικής Ασφάλειας σ' όλα τα Υπουργεία, που άλλη δουλειά δεν είχαν παρά να παρακολουθούν και να καταδίνουν τους δημοσίους υπαλλήλους. Ένας από αυτούς ένα πρωί, αρχές Απρίλη του 44, αν δε γελιέμαι, είδε τη συνάδελφό μου Δόμνα Ποιμενίδου να δακτυλογραφεί, πριν από την ώρα της υπηρεσίας, μια αναφορά των υπαλλήλων του Υπουργείου μας για τη βελτίωση του συσσιτίου και του μισθού μας. Τηλεφώνησε αμέσως στην Ειδική Ασφάλεια του Λάμπου. Ήρθαν και την έπιασαν επ' αυτοφόρω. Την ίδια μέρα έκαμαν έρευνα στο σπίτι της και στο στρώμα της βρήκαν μερικά ένσημα της Ε.Α. Που τα φύλαγε για ενθύμιο.
Επειδή την αναφορά, καθώς και τα ένσημα, της τα είχα δώσει εγώ, κρύφτηκα ώσπου να δω πού θα καταλήξει η υπόθεση. Φυλαγόμουνα 25 μέρες περίπου. Η απουσία μου από την υπηρεσία δεν έγινε αντιληπτή χάρη στον εξαίρετο προϊστάμενό μου που με δικαιολογούσε. Όταν έμαθα πως η Δόμνα έμενε στην Ειδική Ασφάλεια, χωρίς να ανακριθεί και να κακοποιηθεί, αποφάσισα να ξαναγυρίσω στην υπηρεσία μου». 


Η σύλληψη και η πρώτη ανάκρισή μου


«Ύστερα από 20 μέρες περίπου, το πρωί στις 26 του Μάη 1944, ημέρα Παρασκευή, με φώναζε με τον κλητήρα ο Διευθυντής μου. Ανύποπτη για το τι με περίμενε μπήκα στο γραφείο του έχοντας στις τσέπες της φούστας μου τέσσερα παράνομα σημειωματάκια σε τσιγαρόχαρτο. Μόλις μπήκα σηκώθηκε ένας με πολιτικά, με μπάυρον πουκάμισο, μελαχροινός με ψαρά μαλλιά, με μια φυσιογνωμία έκφυλη και μου λέει: “Εδώ Γερμανική Αστυνομία”. Με ρωτάει πώς λέγομαι και με διατάζει να τον ακολουθήσω αμέσως. Χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου, του λέω: "Ασφαλώς κάποιο λάθος θα κάνετε, τι δουλειά έχω εγώ με τη Γερμανική Αστυνομία;”. “Όχι, συλλαμβάνεσαι και η ανάκριση θα το δείξει”.»


Βγαίνοντας από το Γραφείο του Διευθυντή, πέρασα από το γραφείο μου να πάρω την τσάντα μου. Δεν πρόλαβα. Την άρπαξε αυτός. Ευτυχώς και δε μ' έψαξε εκείνη τη στιγμή. Την ώρα που φεύγαμε έμπαινε ο Προϊστάμενός μου και με ρώτησε πού πάω. Δεν πρόλαβα ν' απαντήσω. “Αν απαντήσεις θα τον πυρο βολήσω” μου λέει και βγάζει το πιστόλι του. Στην έξοδο συνάντησα τον μέλολοντα σύζυγο της αδελφής μου. Την ίδια ερώτηση μου 'κανε κι αυτός. Ακολούθησε η ίδια απειλή κι έτσι έφυγα με συνοδεία, μη τολμώντας να μιλήσω σε κανένα συνάδελφο, που με παρακολουθούσαν σιωπηλοί. Στην είσοδο του Υπουργείου στην οδό Βασ. Ηρακλείου (το Υπουργείο μας στεγαζόταν τότε πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) ήταν σταματημένη μια ωραία κουρσίτσα αεροδυναμική. Στο τιμόνι ήταν καθισμένος ένας Γερμανός και δίπλα του άλλος μ' ένα αυτόματο στο χέρι. Στο πίσω κάθισμα, πίσω από το σωφέρ κάθησα εγώ και δίπλα μου ο συνοδός και μέλλων διερμηνέας μου σ' όλες τις ανακρίσεις και βασανιστήρια που επακολούθησαν. ΄Αρχισε να τρέχει δαιμονισμένα. Δεν είχα ιδέα πού με πήγαιναν και το τι με περίμενε. Αστραπιαία το μυαλό μου πήγε στα σημειώματα. Με κάθε θυσία έπρεπε να τα ξεφορτωθώ. Έκαμα ότι τρέχει η μύτη μου. Ζητώ το μαντιλάκι μου από την τσάντα μου που κρατούσε ο συνοδός μου.


Μου το δίνει. Κάνω πως καθαρίζω τη μύτη μου και το βάζω στη δεξιά τσέπη της φούστας μου. Φουχτώνω τα δύο σημειωματάκια με το μαντήλι. Ξαναβγάζω το χέρι μου, το παίζω δήθεν νευρικά και το πασσάρω στο αριστερό χέρι. Το ακουμπάω στο παραπέτο της κούρσας και με τρόπο, χωρίς ν' αφήσω το πολύτιμο αυτό μανδηλάκι, αφήνω να πέσουν τα χαρτάκια. Με τον ίδιο τρόπο, πάλι καθαρίζοντας δήθεν τη μύτη μου, ξεφορτώθηκα και τ' άλλα δύο που είχα στην αριστερή μου τσέπη. Όλα αυτά είχαν γίνει πριν φθάσουμε στη στροφή Κανάρη.


Ησύχασα για λίγο. Σκέφτηκα τότε να πετάξω και τη βέρα των αρραβώνων μου.
Δεν πρόλαβα. Με δυο απότομες στροφές, που παρ' ολίγο να πεταχτώ έξω από το αυτοκίνητο, μια αριστερά και μια δεξιά, βρεθήκαμε στην είσοδο της Μέρλιν. Εκεί με παρέλαβε ο Γερμανός με το αυτόματο και με οδήγησε, περνώντας με από κάτι ημισκότεινους διαδρόμους, σ' ένα δωμάτιο και με παρέδωσε σε μια γυναίκα. Με υποδέχτηκε με χυδαίες βρισιές. Με διέταξε να ξεγυμνωθώ. Από τη φρασεολογία της κατάλαβα ότι ήταν Ελληνίδα κατωτάτης υποστάθμης. Αφού έψαξε καλά τα ρούχα μου, ακόμη και τις ραφές, πρόσεξε τη βέρα μου και ζήτησε να της την παραδώσω. Μετά μου είπε να ντυθώ κι άρχισε να συμπληρώνει ένα φύλλο χαρτί με το γενεαλογικό μου δέντρο.

Αυτός ήταν ο πρώτος εξευτελισμός από Ελληνίδα, μάλιστα. Μετά με παρέ δωσε στο Γερμανό με το αυτόματο που περίμενε. Αυτός με οδήγησε σ' ένα μπουντρούμι θεοσκότεινο, διαστάσεων το πολύ 0,80 Χ 0,80 μ. σαν πηγάδι πα νύψηλο και καταβρώμικο. Στην πόρτα είχε ένα συρταρωτό παραθυράκι. Μέσα και δεν άκουα παρά φωνές πόνου, βογγητά και τις αγριοφωνάρες των Γερμανών.

Ο σκοπός μου δε απ' έξω άνοιγε κάθε τόσο το παραθυράκι της πόρτας και με φοβέριζε, κάνοντας διάφορους μορφασμούς.



Η 1η ΑΝΑΚΡΙΣΗ


Θα έμεινα κει μέσα 15-20 λεπτά. Με βρισιές και σπρωξιές με οδήγησε στο Β΄ όροφο και μ' έστησε στο διάδρομο σε στάση προσοχής με το πρόσωπο στον τοίχο. Σε λίγο μ' έσπρωξε μέσα σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο, όπου υπήρχαν δύο γραφεία το ένα απέναντι στο άλλο, ένα τζάκι, μια - δυο καρέκλες κι ένα ραδιό φωνο στην αριστερή γωνιά μπαίνοντας. Στο αριστερό γραφείο ήταν καθισμένος ένας ξανθός Γερμανός με σκληρά χαρακτηριστικά, που έκανε ότι ασχολείται με κάτι φωτογραφίες και διάβαζε δήθεν ένα γράμμα. Στο δεξιό ήταν ένας μελαχροι νός αξιωματικός με κανονικά χαρακτηριστικά, ομορφάνθρωπος. Σου έδινε την εντύπωση ευγενικού και διανοούμενου ανθρώπου, καθώς και ο «Έλληνας» που μ' είχε συλλάβει. Αυτός έκανε χρέη διερμηνέα. Μετά την αποφυλάκισή μου, έμαθα ότι τον έλεγαν Αντωνιάδη και ήταν από την Καισαριανή.
Άρχισε η ανάκριση με τον δεξιό, τον καλό ας πούμε, και τότε μόνο κατάλαβα από πού προέρχεται η κατηγορία που έγινε αφορμή να με συλλάβουν. ΄Αρχισαν από την αναφορά που είχα δώσει στη Δόμνα Ποιμενίδου: να τους πω ποιος μου την έδωσε, τους συνεργάτες μου, σε ποια οργάνωση ανήκα κλπ. Κλπ.


Τους είπα ότι δεν ανήκω σε καμιά οργάνωση, δεν ανακατωνόμουν σε τέτοιες παράνομες ενέργειες και κοίταζα μόνο τη δουλειά μου στην Υπηρεσία που εργαζόμουν. Ότι την αναφορά μου την έδωσε ένας συνάδελφος στον Συνεταιρισμό και με παρακάλεσε να τη δώσω σε καμιά δακτυλογράφο να την καθαρογράψει.
Τον άνθρωπο αυτόν τον γνωρίζω μόνο στην όψη. Τότε για τρομοκρατία άρχισαν να με χαστουκίζουν μια ο διερμηνέας και μια ο εξ αριστερών Γερμανός, τόσο δυνατά που πετιόμουν από τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη, λέγοντάς μου συνέχεια: “Σπρέχεν”, “Σπρέχεν” (Μίλα - Μίλα)... Τους εξήγησα ότι απ' ό,τι θυμούμαι δεν έγραφε τίποτε το επιλήψιμο αυτή η αναφορά και ότι, αν την έχουν, θα δουν και οι ίδιοι, ότι ζητούσαμε από τον Υπουργό Οικονομικών βελτίωση του συσσιτίου μας και αύξηση του μισθού, διότι πράγματι πεινούσαμε. Νομίζω ότι ήταν μια νόμιμη ενέργεια. Αυτοί σε απάντηση μου έλεγαν ότι όλες αυτές οι ενέργειες ήταν κομμουνιστικές.

Τότε μου ξεφούρνισαν και την ιστορία με τα ένσημα της Ε.Α. που είχε βρει η Ειδική Ασφάλεια στο σπίτι της Δόμνας Ποιμενίδου. “Αυτά τι είναι; Μήπως κι αυτά δεν είναι κομμουνιστικά. Μίλησε γρήγορα ποιος στα έδωσε, άλλως δεν πρόκειται να βγεις απ' εδώ ζωντανή". Και πάλι χωρίς να χάσω την ψυχραιμία μου (πού τη βρήκα τόση ψυχραιμία!) τους είπα ένα παραμύθι πως μου τα έδωσε μια άγνωστή μου κοπέλα σε μια εκδρομή. Άρχισαν να φωνάζουν και περισσότερο απ' όλους ο διερμηνέας μου, ο οποίος επαναλάμβανε τη λέξη “κομμουνισμ” χωρίς να την ακούω από τους Γερμανούς. Με ρωτούσαν το όνομα της κοπέλας που μου τα έδωσε, χτυπώντας με με γροθιές και μπάτσους. Τους λέω τότε ένα φανταστικό όνομα “ΝΙΝΑ”, έτσι άκουσα ότι τη φώναζαν. “Το επίθετό της” δεν το ξέρω και ούτε ποτέ άλλοτε τη συνάντησα σε άλλη εκδρομή. Θα 'ταν από κανένα άλλο Υπουργείο. Σε απάντηση μου λένε:


– Τι νομίζεις ότι μπορείς να μας κοροϊδεύεις εσύ; Θα σε κάνουμε να μιλήσεις με άλλο τρόπο, αφού δε θέλεις με το καλό.
Κάτι είπαν μεταξύ τους και τότε ο διερμηνέας με έσπρωξε μπρος στο γρα- φείο του “καλού ανακριτή. Άρχισε με το καλό, λέγοντάς μου πολύ κολακευτικά λόγια, π.χ. ότι φαίνομαι από αριστοκρατική οικογένεια, ότι είμαι πολύ όμορφη και καλή κοπέλα και θα 'ταν κρίμα να με βασανίσουν χωρίς λόγο και να πεθάνω έτσι νέα. Πες μου εμένα ό,τι ξέρεις, ονόματα κλπ. κλπ. Του απάντησα κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια, με ήρεμη φωνή και χωρίς την παραμικρή ταραχή. "Ο,τι σας είπα είναι πέρα για πέρα αληθινά". Τότε βγάζει από το μεσαίο συρτάρι του ένα περίστροφο και το προτείνει σε απόσταση 0,20 μ. περίπου από μένα και μου λέει: “Θα μετρήσω μέχρι το τρία, αν δε μιλήσεις θα σε σκοτώσω, τη δε μάνα σου, τ' αδέρφια σου (3 αγόρια και μια αδερφή), καθώς και τον αρραβωνιαστικό σου θα τους στείλουμε στη φυλακή”. Του απάντησα, πάντα κοιτάζοντάς τον κατάματα και ψύχραιμα: “Όλοι αυτοί δε φταίνε σε τίποτε και ότι θα ξαφνιαστούν, αν μάθουν ότι βρίσκομαι εδώ. Αν πάλι νομίζετε ότι σας λέω ψέματα, κάντε ό,τι θέλετε. Έχετε τη δύναμη, εγώ δεν είμαι τίποτε. Είμαι αθώα και το κρίμα στο λαιμό σας”. Αρχισε να μετρά αργά - αργά και κάθε τόσο μου έλεγε τη λέξη “Σπρέχεν”. Παρ' όλα αυτά δεν έχασα την ψυχραιμία μου, είχα πάρει πια την απόφαση να πεθάνω. Εξακολουθούσα να τον κοιτάζω μέσα στα μάτια, χωρίς καν να κουνηθώ από τη θέση μου. Όταν έφτασε στο τρία, δεν πρόλαβε να το πει όλο, με μια νευριασμένη κίνηση πετά το περίστροφό του στο μισάνοιχτο συρτάρι, πατά δεξιά και αριστερά κάτι κουδούνια, σηκώνεται και φεύγει. Αμέσως μπαίνουν μέσα δυο ανθρωπόμορφα τέρατα, “γορίλες”. 

Ο Γερμανός που ήταν καθισμένος αριστερά σηκώνεται, ανοίγει το ραδιόφωνο στη μεγαλύτερη ένταση και φεύγει με το διερμηνέα. Στο αντίκρισμα αυτών των τεράτων φαίνεται τρόμαξα τόσο πολύ που άρχισα να τρέχω γύρω από τα γραφεία, ν' αναποδογυρίζω διάφορα πράγματα και καρέκλες. Αυτοί με κυνηγούσαν ξέφρενα φωνάζοντας, ώσπου με έπιασαν από τα μαλλιά (ήταν μακριά), με πήγαν στο μέσο του δωματίου κι άρχισαν και οι δύο με ημισυρμάτινους βούρδουλες να με χτυπούν αλύπητα χωρίς ανάσα. Παρ' όλα αυτά κι όσο είχα ακόμη δυνάμεις, τους ξέφυγα δυο φορές. Την πρώτη, για να μη τους ξαναφύγω, ο ένας με κρατούσεαπό τα μαλλιά και ο άλλος μ' έδερνε. Τη δεύτερη φορά ο άλλος σοφίστηκε να με κρατά με μια πετσέτα που έστριψε γύρω από το λαιμό μου τόσο σφιχτά, που παρά λίγο να πνιγώ και ο άλλος με χτυπούσε με το βούρδουλα. Αφού πέρασε αρκετή ώρα, μπήκε ο "σκληρός" ανακριτής με το διερμηνέα κι άρχισε πάλι την ανάκριση από την αρχή. Του επανέλαβα τα ίδια. Η γλώσσα μου κολλούσε. Το στόμα μου στεγνό. Τους ζήτησα νερό, δε μου έδωσαν. Παρ' όλα αυτά δεν έπεσα ούτε σε μια αντίφαση. Έφυγαν εξαγριωμένοι και οι δυο τους, απειλώντας μου ότι δε θα φύγω ζωντανή απ' εδώ μέσα, αν δε μιλήσω. Τότε μπήκαν άλλα δυο ανθρωπόμορφα τέρατα, πιο σκληροί από τους πρώτους, κι άρχισαν τώρα να με χτυπούν, ενώ οι άλλοι δύο που είχαν κουραστεί (!!) μου έδιναν μόνο γροθιές σ' όλο το σώμα εκτός από το κεφάλι. Αρκετή ώρα μετά ξαναμπαίνει ο ίδιος ανακριτής με το διερμηνέα. Πάλι ανάκριση. Πάλι οι ίδιες απαντήσεις. Ήταν αδύνατο να μιλήσω. Έβγαζα αφρούς πηχτούς από το στόμα.

Τους ζήτησα λίγο νερό. Πάλι δε μου 'δωσαν. Φεύγουν. Δεν μπορούσα πια να σταθώ στα πόδια μου, έπεφτα κάτω στο πάτωμα. Εξακολουθούσαν να με χτυπούν και οι τέσσερις μαζί. Τότε, ίσως για να μη σκύβουν, σκέφτηκαν να με βάλουν μπρούμυτα πάνω σε μια πλαγιασμένη καρέκλα και για να μην πέφτω την κρατούσε ο ένας απ' αυτά τα κτήνη. Οι άλλοι τρεις μ' έδερναν σ' όλο το κορμί και ιδίως από τη μέση και κάτω. Τότε έγινε ένα θαύμα! Δεν ένιωθα πια κανένα πόνο. Σταμάτησα να βογγώ. Έκλεισαν το ραδιόφωνο – δεν το χρειάζονταν πια. Το μυαλό μου όμως δούλευε, άκουα τις βουρδουλιές κι απορούσα. Στην αρχή μάλιστα νόμιζα ότι σπάζουν κανένα δέντρο κι ότι δε χτυπούν εμένα. Ακριβώς τον ίδιο γδούπο θυμάμαι άκουα παλιά, όταν πήγαινα εκδρομές στο βουνό και συναντούσαμε κανένα ξυλοκόπο.


Αμέσως, όμως, συνειδητοποίησα ότι χτυπούν εμένα. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω αυτό το φαινόμενο. Ίσως οι επιστήμονες θα μπορέσουν να δώσουν την εξήγηση. Σε λίγο ξαναμπαίνει ο ανακριτής με το διερμηνέα. Και ξανά πάλι οι ίδιες ερωτήσεις. Δεν ήμουν πια σε θέση να μιλήσω, ενώ το μυαλό μου δούλευε κανονικά. Μόνο τους κοίταζα ακουμπισμένη στον τοίχο και για να μην πέσω με κρατούσε ο διερμηνέας. Τότε μου είπαν ότι για λίγο θα μ' αφήσουν να σκεφτώ, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες απειλές. Πράγματι, με τη βοήθεια ενός σκοπού με κατέβασαν στο ίδιο κελί “πηγάδι”.


Στο διάστημα που ήμουν εκεί μέσα άκουσα γυναικείες ομιλίες. Τότε ζήτησα από το σκοπό που ήταν έξω από το κελί μου να πάω στην τουαλέτα. Είχα την αγωνία μήπως πραγματοποίησαν την απειλή τους και συνέλαβαν τους δικούς μου. Τρικλίζοντας και πιάνοντας τον τοίχο πήγα. Ήταν ένα τούρκικο και βρώμικό WC. Εκεί κοντά είχε μια βρύση. Δεν πρόλαβα να πιω μια γουλιά με τη φούχτα μου και με σπρώχνει ο σκοπός βρίζοντας προς το κελί. Βγαίνοντας και ξαναμπαίνοντας στο κελί, πρόλαβα να δω τις γυναίκες. Δεν είδα κανέναν από τους δικούς μου.

Αν είχαν πραγματοποιήσει την απειλή, ήμουν οριστικά χαμένη. Έφτανε μόνο το ξεσφράγιστο ραδιόφωνο για να τους συλλάβουν όλους. Στο σπίτι είχα 17 δέματα της Ε.Α. που θα τα μοίραζα κείνο το απόγευμα με το ποδήλατο του αδελφού μου. Προορίζονταν γι' άπορες και απορφανισμένες οικογένειες των Δημ. Υπαλλήλων, ανεξάρτητα σε ποια παράταξη κι αν ανήκαν οι προστάτες τους.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα επεισόδιο μετά την απελευθέρωση, που δεχόμουν συγχαρητήρια γι' αυτό που έκανα κατά την κατοχή και μετά την απελευθέρωση από τους "υπερεθνικόφρονας” υπαλλήλους του Υπουργείου.
Εκτός των ανωτέρω, είχα κάτω από το χαρτί του συρταριού μου της σιφονιέρας όλες τις διευθύνσεις των θυμάτων που βοηθούσαμε. Σ' άλλο εντοιχισμένο ντουλάπι που χρησίμευε για μάλλινα, είχα καταχωνιάσει ένα χοντρό ντοσιέ που είχα πάρει 2-3 μέρες πριν από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου, για να βγάλω περίληψη των καταστροφών γενικά που προξενούσαν τα στρατεύματα Κατοχής σ' όλη την Ελλάδα. Τα σημειώματα αυτά διοχετεύονταν στο Συμμαχικό Στρατηγείο του Βουνού. Για όλα αυτά κι άλλες ενέργειές μου δεν ήξεραν τίποτε οι δικοί μου, εκτός από τα δέματα που μοίραζα. Σ' αυτή τη δουλειά των δεμάτων με βοηθούσαν εκτός από ορισμένους συναδέλφους και τ' αδέλφια μου, ιδίως ο μεγαλύτερος αδελφός μου Σταύρος (γεωπόνος) που την εποχή εκείνη είχε περιβόλι στην Καλλιθέα.


Όπως έμαθα, όταν απελευθερώθηκα από το Χαϊδάρι, δεν πήγαν για έρευνα, ούτε καν τους ενόχλησαν. Τα μόνα που εξαφάνισαν οι δικοί μου ήταν το ραδιόφωνο και τα δέματα την ίδια μέρα αμέσως μετά τη σύλληψή μου. Τα δέματα τα διέλυσε η αδελφή μου Σόνια, που εργαζόταν κι αυτή στην ίδια Διεύθυνση με μένα και δεν κοιμόταν σπίτι γι' αρκετό καιρό. Όλα τα υπόλοιπα, διευθύνσεις θυμάτων, ντοσιέ, τα βρήκα εκεί που τα είχα αφήσει ανέπαφα. Το ντοσιέ το επέστρεψα πίσω στο Υπουργείο, όταν ξαναπήγα μετά την αποφυλάκισή μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω γιατί δεν πήγαν για έρευνα στο σπίτι, πράγμα που συνήθιζαν. Ίσως είχαν άλλες φουρτούνες σπουδαιότερες ν' αντιμετωπίσουν.


Δεν πέρασε μισή ώρα και με ξανανεβάζουν στο ίδιο ανακριτικό γραφείο.
Αυτή τη φορά ήταν μόνο ο “σκληρός” ανακριτής με το διερμηνέα. Τον “δεξιό", τον “καλό”, δεν τον ξανάδα ούτε στις επόμενες ανακρίσεις μου. Τι απέγινε δεν ξέρω. Όπως έμαθα αργότερα, όταν ήμουνα στο Στρατόπεδο, ήταν Αυστριακός και τις ίδιες εντυπώσεις είχε αφήσει και σε άλλες κρατούμενες. Πάλι οι ίδιες ερωτήσεις, πάλι το ίδιο παραμύθι εγώ, το είχα μάθει πια τόσο καλά που δεν έχανα ούτε ένα “και”. Πάλι ξύλο μετά μουσικής. Φτου κι απ' την αρχή, μέχρι αναισθησίας. Πάλι το ίδιο φαινόμενο. Δεν πονούσα σαν να μου 'χαν κάνει τοπική αναισθησία. Στο μυαλό τα 'χα τετρακόσια. Με χτυπούσαν μέχρι το απόγευμα αργά, δηλ. από το πρωί στις 11 μέχρι τις 6 μ.μ., με μισή ώρα διακοπή μόνο. Με κατέβασαν υποβαστάζοντάς με σ' ένα δωμάτιο δίπλα από το “πηγάδι”.


Εκεί βρήκα κι άλλες γυναίκες καθισμένες σε δυο πάγκους, τον ένα απέναντι στον άλλο. Μ' έκαναν τόπο να καθίσω. Είχα τα χάλια μου. Έτρεχαν αίματα από τα πόδια μου. Οι γάμπες μου είχαν σκάσει σαν παραγινωμένο καρπούζι σε τρία σημεία μήκους από 4 ως 6 εκατοστά σε βάθος πάνω από ένα εκατοστό. Ήμουνα κατάμαυρη με χαρακιές αιμάτινες. Με πονούσε όλο μου το κορμί. Ζήτησα λίγο νερό να βρέξω το στόμα μου. Με συνόδευσε ο σκοπός μέχρι τη βρύση, όπως πάντα βιαστικός. Πρόφτασα κι έβρεξα το μαντηλάκι μου για να πλύνω τις πληγές μου κάπως. Μόλις και πρόλαβα. Μας έβγαλαν όλες τις γυναίκες από το δωμάτιο. Όλες ήταν Ελληνίδες. Μόνο καναδυό Ισραηλίτισσες. Οι περισσότερες δεν είχαν εμφανή ίχνη βασανισμού. Τις μετέφεραν στο Χαϊδάρι από άλλες φυλακές. Μας παρέταξαν σ' ένα χωλ κοντά στην είσοδο της Μέρλιν κι άρχισαν να φωνάζουν ονόματα. Μια - μια, με συνοδεία Γερμανού με αυτόματο, ανεβαίναμε στο σταματημένο καμιόνι “κλούβα”. Εγώ δυσκολεύτηκα να μπω. Με τη βοήθεια του Γερμανού από πίσω και των ανδρών από μέσα τα κατάφερα. Κούρνιασα σε μια γωνιά χωρίς να μιλώ, ώσπου να φτάσουμε στο Χαϊδάρι.


Σημείωση: Παρόλο που πέρασαν 31 χρόνια, τα σημάδια στα πόδια μου φαίνονται ακόμη. Μόνο τα σημάδια από τους καρπούς των χεριών μου, που έγιναν από το συρματόσχοινο της τροχαλίας (3η ανάκριση) έσβησαν ύστερα από αρκετά χρόνια από την αποφυλάκισή μου.

Η 2η ΑΝΑΚΡΙΣΗ


Την 1η του Ιούνη το πρωί, την ώρα που μου έφερε ο σκοπός το ψωμί στο κελί 24, μου είπε κάτι στα Γερμανικά. Το μόνο που κατάλαβα ήταν το “Μέρλιν στράσσε σιξ”. Ρώτησα τον κυρ-Ανδρέα που 'ταν κοντά του. Μου είπε να ετοιμαστώ γι' ανάκριση στη Μέρλιν. Πάλι άρχισε η αγωνία. Μήπως έπιασαν τους αγαπημένους μου κλπ. Προσπαθούσα να ηρεμήσω, να συγκεντρωθώ πώς θα αντιμετωπίσω αυτά τα κτήνη. Έκοβα βόλτες στο κελί μου σαν αυτόματο. Περνούσαν οι ώρες και δεν έρχονταν να με πάρουν. Έχασα την υπομονή μου και χτύπησα την πόρτα σιγά. 'Ανοιξε αμέσως το παραθυράκι ο κυρ Ανδρέας, σαν να όταν απ' έξω και παρακολουθούσε την αγωνία μου. Τι συμβαίνει, του λέω, γιατί δεν έρχονται; Μου λέει: “ανεβλήθη η ανάκριση για αύριο. Έχουν κάποια γιορτή σήμερα”.


Την επομένη 2-6-44 πρωί - πρωί με φόρτωσαν σε μια κλούβα μαζί με λίγους άνδρες και 2-3 γυναίκες και ξεκινήσαμε για τη Μέρλιν. Εμπρός από την κλούβα προηγείτο ένα μικρό αυτοκίνητο και πίσω μας ακολουθούσε άλλο ανοιχτό με την κλούβα οπλισμένους Γερμανούς. Ήμουν όρθια γεμάτη περιέρχεια να δω ποια διαδρομή ακολουθούμε. Όταν φτάσαμε στην Ομόνοια και πριν πάρουμε τη Σταδίου, δεν πίστευα στα μάτια μου. Είδα τον αρραβωνιαστικό μου. Αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες φώναξα: Γιώργη! Αμέσως βρέθηκα χάμω στο καμιόνι, από κάποιον που με τράβηξε και μου βούλωσε το στόμα με το χέρι του. “Θα μας κάψεις όλους” μου λέει, “αφορμή ζητούν”. Τους ζήτησα συγνώμη. Έτσι, ησύ χασα γι' αυτόν. Τι γίνεται όμως με τους άλλους αγαπημένους μου;


Διαλύθηκε κι αυτή η αγωνία, όταν μ' ανέβασαν στο ίδιο ανακριτικό γραφείο. Είδα να στέκεται κοντά στο τζάκι μια οικογενειακή μας φίλη, που την έλεγαν Νίνα Π. Με ρωτούν αν είναι αυτή η Νίνα. “Όχι”, τους λέω. Το όνομα και τη διεύθυνσή της το βρήκαν στην ατζέντα μου. Εκείνη μόλις με είδε, μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα. Τη ρώτησαν τι ξέρει για μένα, για τα φρονήματά μου και από πότε με γνωρίζει. Είπε τα καλύτερα λόγια που θα μπορούσε να πει, καθώς και για την οικογένειά μου. Μετά την άφησαν ελεύθερη. Αρχισε πάλι η ανάκριση με τον “σκληρό” Γερμανό ανακριτή και τον ίδιο διερμηνέα. Επανέλαβα τα ίδια χωρίς να πέσω σε καμιά αντίφαση. Πάλι ξύλο μετά μουσικής μέχρι το μεσημέρι από τα ίδια ανθρωπόμορφα κτήνη. Το μεσημέρι με κατέβασαν πάλι στο ίδιο δωμάτιο κάτω, όπου βρήκα κι άλλες γυναίκες. Μείναμε σ' αυτό το δωμάτιο μέχρι την ώρα που μας φόρτωσαν στην κλούβα για το Χαϊδάρι. Η πόρτα του δωματίου ήταν πάντα ανοιχτή και μας φύλαγε ένας Γερμανός με το όπλο. Κείνη τη μέρα είδα με τα μάτια μου έναν Έλληνα να χτυπά βάρβαρα και να βρίζει μια γυναίκα. Ακουσα που της έλεγε να μαρτυρήσει πού είναι κρυμμένοι οι δικοί της και πού έχει κρυμμένες τις λίρες. Σέρνοντας την πέρασε μπρος από την ανοιχτή πόρτα μας και την έριξε μέσα στο “πηγάδι” που είχαν βάλει κι εμένα την πρώτη μέρα. Μέσα στην κλούβα, κατά την επιστροφή μας στο Χαϊδάρι, ήταν ένα παλικάρι πολύ χτυπημένο και με το δεξιό του μάτι χυμένο τελείως. Τον ρώτησα πώς το έπαθε. Μου είπε τον χτύπησαν στο μάτι με κάτι σκληρό, καθώς και ολόκληρο το κορμί του. Τότε ένας άλλος που 'ταν το πουκάμισό του ματωμένο τ' ανοίγει και μου δείχνει το στήθος του. Είχε μια τρύπα όσο η κάννη ενός όπλου γεμάτη αίματα μαυροκόκκινα ακριβώς στο μέσο του στήθους. Τότε πιάσαμε συζήτηση για την αντοχή του ανθρώπου στο σωματικό πόνο, καθώς και για τον άνθρωπο κτήνος που μπορεί να ξεπεράσει σε θηριωδία το ζώο.


Η 3η ΑΝΑΚΡΙΣΗ – ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΑΛΙΑ


Δυο-τρεις μέρες πριν από την τελευταία ανάκριση της Μέρλιν, άρχισε να με πονά πολύ ένας τραπεζίτης της επάνω σιαγόνας. Είχα φοβερούς πόνους, κόντευα να τρελαθώ. Σε κάθε ερχομό του σκοπού ζητούσα ασπιρίνη. Μια - δυο φορές μου έφερε από ένα χαπάκι. Στο δέμα κείνης της βδομάδας που έστειλα τα λερωμένα σπίτι μου, έγραψα να μου στείλουν Utraseptil. Ποτέ δεν έλαβα κάτι τέτοιο.
Έτσι πρησμένη με φρικτούς πόνους, άυπνη από μέρες όπως ήμουν με πήραν ένα πρωινό στις 30-6-44 γι' ανάκριση. Με πήγανε στο «15» κι από κει πάλι στη Μέρλιν. Αυτή τη φορά μ' έφεραν σ' αντιπαράσταση με τη Δόμνα Ποιμενίδου τη συνάδελφό μου. Ρώτησαν πάλι για την αναφορά και τα ένσημα κι έτσι βεβαιώθηκαν ότι εγώ της τα έδωσα. 'Αρχισαν πάλι να με ρωτούν ποιος μου τα έδωσε, στα πόδια και σ' όλο μου το κορμί. Σε μια στιγμή, καθώς έβλεπε η Δόμνα να με να πω τους συνεργάτες μου κλπ. Πάλι τα "Σπρέχεν" απανωτά με βουρδουλιές χτυπούν (φαίνεται τρόμαξε ή με λυπήθηκε), άρχισε να με παρακαλεί να μιλήσω, να πω ό,τι ξέρω. Τότε της είπα θυμωμένη. “Είσαι καλά; Αν ήξερα δε θα μιλούσα; Παρά θα καθόμουνα να μου τις βρέχουν; Σταμάτα επιτέλους και συ".


Ζήτησε νερό και της έδωσαν. Ήπιε λίγο και το υπόλοιπο το άφησαν με το ποτήρι πάνω στο τζάκι δίπλα της. Διψούσα, το στόμα μου είχε κολλήσει. Τους ζήτησα να πιω κι εγώ λίγο νερό. Δε μου έδωσαν. Εξακολουθούσαν να με χτυπούν. Όταν είδαν πως δεν μπορούν να βγάλουν λέξη από το στόμα μου, σταμάτησαν. Έβγαλαν έξω στο χωλ τη Δόμνα και μένα με οδήγησε ο διερμηνέας στο θάλαμο των βασανιστηρίων. Μέσα και είδα φοβερά πράγματα. Σ' ένα γραφείο επάνω ήταν απλωμένα όλα τα σύνεργα των βασανιστηρίων. Τανάλιες, στεφάνια σιδερένια με θηλιές που κλείνουν, καλώδια, βούρδουλες διαφόρων ειδών κλπ.
Στο μέσο του δωματίου από την οροφή ήταν κρεμασμένο ένα συρματόσχοινο και στην άκρη του ένας γάντζος. Πρόσεξα στην οροφή υπήρχε ένας μεταλλικός τροχός, απ' όπου περνούσε το συρματόσχοινο και κατέληγε σ' ένα μεγαλύτερο τροχό με χερούλι στον τοίχο, δίπλα από την πόρτα. Υπήρχε κι εδώ εντοιχισμένο τζάκι.
Αμέσως άρχισε ο διερμηνέας να μου λέει: Αφού δε θέλεις να μιλήσεις θα μεταχειριστούμε άλλα μέσα κι άρχισε να τ' απαριθμεί, δείχνοντάς μου ένα - ένα τα πιο πάνω σύνεργα, εξηγώντας μου τι δουλειά κάνει το καθένα. Μου είπε:


“Ξέρουμε ποια είσαι, έχουμε πληροφορίες για σένα. Ότι είμαι κομμουνίστρια κλπ. Ότι εδώ μαρτύρησαν κομμουνισταί και κομμουνισταί, άνδρες ως εκεί πάνω και τα ξέρασαν όλα”. Σε απάντηση του λέω: "Ο,τι είχα να πω το είπα, σας είπα την αλήθεια" και πρόσθεσα ότι: “Όλα αυτά που μου λέτε είναι συκοφαντίες και δεν έχετε παρά να τους φέρετε μπροστά μου να τα επαναλάβουν". Κείνη την ώρα μπήκε ο “κακός” ανακριτής κι άρχισε με τη βοήθεια του διερμηνέα να δένει τα χέρια μου πίσω από την πλάτη μου με συρματόσχοινο. Κατέβασαν το γάντζο, άνοιξαν το ραδιόφωνο κι άρχισαν να με ανεβάζουν έτσι κρεμασμένη. Το σώμα μου απείχε από το πάτωμα περίπου 40 εκατοστά. Πονούσα φριχτά, φώναζα. Μόλις τελείωσαν το απαίσιο έργο τους έφυγαν και οι δύο από το δωμάτιο και μπήκαν οχτώ ανθρωπόμορφα κτήνη πανύψηλα, με πολιτικά. 'Αρχισαν να με χτυπούν με γροθιές σ' όλο το κορμί απ' όλες τις μεριές. Εγώ σαν μπάλα να αιωρούμαι. Μετά άρχισαν να με τραβούν με δύναμη προς τα κάτω και στα πλάγια. Να παίζουν με το κορμί μου μπάλα, πετώντας το ο ένας στον άλλο απ' όλες τις κατευθύνσεις. Να το στριφογυρίζουν και μετά να το αφήνουν να ξετυλίγεται μόνο του. Όλα αυτά θα κράταγαν επαναλαμβανόμενα περίπου 20 λεπτά. Οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι, τρομεροί. Παρακαλούσα να πεθάνω, να πάθω κάτι, έστω να λιποθυμήσω. Δυστυχώς, χάρη στη γερή μου κράση τίποτε δεν έπαθα απ' όλα αυτά. Το μυαλό μου λειτουργούσε κανονικά. Όλα τα αισθανόμουν, όλα τα έβλεπα. Ιδίως αυτά τα κτήνη που γελούσαν ένα γέλιο διαβολικό, περίεργο. Κείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκαν ο ανακριτής με το διερμηνέα. Σταμάτησαν να με χτυπούν. Κλείνουν το ραδιόφωνο. Κι έτσι, όπως ήμουνα κρεμασμένη, άρχισαν να με ανακρίνουν. Πάλι τα ίδια και τα ίδια. Δεν έχασα ούτε λέξη από το παραμύθι που σκάρωσα στην αρχή. Αρχισαν τις απειλές για τα μαρτύρια που θα ακολουθούσαν μετά την κρεμάλα. Έφυγαν ανοίγοντας πάλι το ραδιόφωνο. Τότε έπεσαν τα κτήνη, που 'ταν μαζεμένα σε μια γωνιά, όλοι μαζί να με χτυπούν με μανία και να επαναλαμβάνουν τα τραβήγματα, το εκκρεμές, τη σβούρα και τη μπάλα. Σ' όλο αυτό το διάστημα από την αρχή ένιωθα να σπάζουν οι μυς των χεριών της ωμοπλάτης “κριτς” - “κριτς”. Τα χέρια μου, από πίσω όπως ήταν δεμένα, βρέθηκαν στην ίδια ευθεία με το σώμα μου σαν σε ανάταση. Ύστερα από λίγο πάλι το θαύμα. Δεν πονούσα πια. Δε φώναζα. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα μόνο στο κορμί. Το μυαλό δούλευε. Τίποτε άλλο δεν αισθανόμουν, παρά μόνο οίκτο γι' αυτούς τους “ανθρώπους” που έβλεπα γύρω μου.


Θα πέρασαν άλλα 20 λεπτά και ξαναμπήκαν πάλι ο ανακριτής με το διερμηνέα. Πάλι ανάκριση, όπως ήμουνα κρεμασμένη. Πάλι τα “σπρέχεν ... Με ήσυχη φωνή που μόλις ακουγόταν, με δυσκολία να βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα μου, τους επανέλαβα πάλι τα ίδια χωρίς την παραμικρή αντίφαση. Έδιωξαν τα ανθρωπόμορφα τέρατα τότε, κι άρχισε ο ανακριτής να γυρνά την τροχαλία. Πριν προλάβω να σωριαστώ μ' έπιασε (δήθεν για να μην πέσω κάτω) αυτό το κτήνος, ο έκφυλος διερμηνέας κι έσφιξε το κορμί μου πάνω του. Μετά μ' ακούμπησε στον τοίχο. Καθώς ήμουνα ακουμπισμένη στον τοίχο είδα στο πάτωμα έναν υγρό κύκλο, ακριβώς κάτω από το γάντζο που έχασκε. Ήτανε ο ιδρώτας από το κορμί μου που 'χε στραγγίσει. Κείνη την ώρα μπήκε ένας άλλος Γερμανός, με πλησίασε, έπιασε τα παράλυτα χέρια μου και με μια απότομη κίνηση τα γύρισε κάπως. Πόνεσα πολύ. Αυτό ήταν. Φαίνεται ήταν ο “ειδικός” να βάζει στη θέση τους τις βγαλμένες αρθρώσεις ύστερα από την κρεμάλα.


Μετά με πήγαν στο γνωστό ανακριτικό Γραφείο. Μ' έστησαν στον τοίχο και κείνοι γράφανε. Σε λίγο έρχεται ο διερμηνέας κοντά μου, μου μετέφρασε αυτά που είχα πει στην ανάκριση και μου λέει να υπογράψω, δίνοντάς μου ένα μολύβι.
Τότε πρόσεξα ότι τα χέρια μου ήταν παράλυτα. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο διερμηνέας πιάνει το χέρι μου, το σηκώνει, χώνει το μολύβι ανάμεσα στα δάχτυλα και κρατώντας σφιχτά το χέρι μου έγραψε το όνομά μου. Και ο ανακριτης σαν για ν' απολογηθεί – μου είπε: “Το ξύλο το έφαγες για να είσαι προσεχτική στο μέλλον, να μην είσαι επιπόλαια και να βάλεις μυαλό”. Μετά με κατέβασαν κάτω μαζί με τη Δόμνα. Όλο αυτό το διάστημα που με βασάνιζαν αυτή ήταν έξω στο χωλ κι άκουγε τις φωνές μου. Μου είπε συγκεκριμένα ότι στο θάλαμο των βασανιστηρίων ήμουν μια ώρα. Το διαπίστωσε από ένα εκκρεμές ρολόι που ήταν στο χωλ.


Όπως πάντα κατά τις 6 μ.μ. μας έβαλαν όλες τις γυναίκες στο διάδρομο της εισόδου και περιμέναμε την εκφώνηση των ονομάτων μας. Απέναντι ακριβώς από μένα μεταξύ άλλων γυναικών είδα μια ώριμη, σωματώδη, ψηλή και γεροδεμένη γυναίκα. Μου έκανε εντύπωση. Δε φαινόταν κακοποιημένη. Προεξείχε από τη σειρά της. Ο σκοπός που μας φύλαγε, όταν την είδε την έσπρωξε προς τα πίσω και τότε άκουσα να του φωνάζει: “Κάτω τα ξερά σου. Ξέρεις ποια είμαι; Είμαι Μάνα έξι παιδιών.”


Μετά άρχισαν να φωνάζουν ονόματα και τότε πρόσεξα ότι την έλεγαν Λέλα Καραγιάννη. Μας φόρτωσαν σε δυο καμιόνια ανακατωμένους άντρες και γυναίκες. Δεν ήταν στο δικό μου καμιόνι ούτε η Δόμνα, ούτε η Καραγιάννη.»


  





Σάββατο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΤΣΗΣ - Η ΒΑΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ

«Η εργασία μου αυτή γράφτηκε με την βέβαιη προοπτική, πως παρ’ όλα τα εμπόδια και παρ’ όλες τις πολύμορφες επεμβάσεις, ο Ελληνικός Λαός, που πάντα αγωνίζεται ηρωικά, θα ανοίξει και πάλι με τον αγώνα του διάπλατα τον δρόμο, για μια ελεύθερη δημοκρατική ανοδική πορεία, και θα αρχίσει, με τον ίδιο ενθουσιασμό, με την ίδια ορμή και αυτοθυσία, να χτίσει την ερειπωμένη από την ναζιστοφασιστικη κατοχή και τον οικτρό εμφύλιο, πατρίδα.

Η Ελλάδα θα γίνει οικονομικά και εθνικά πραγματικά ελεύθερη μόνον τότε που η ανοικοδόμηση αυτή γίνει από το Λαό και για το Λαό.

Θα σπάσουν τα δεσμά και θα αλλάξει ριζικά η διάρθρωση της σημερινής οικονομίας μας, θα ανοίξει ο δρόμος για να λυτρωθούν οι παραγωγικές δυνάμεις της νεοελληνικής κοινωνίας.

Και ο δρόμος αυτός μας οδηγεί στην ορθολογιστική οργάνωση και στη σχεδιασμένη ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, στη δημιουργία ανώτερης τεχνικής βάσης, στη γοργή συσσώρευση των οικονομικών μέσων για ν’ ανθήσει και σ’ εμάς γερή, προοδεμένη κοινωνική ζωή. Μόνον τότε θα δημιουργηθούν και θα εξασφαλιστούν όλες οι προϋποθέσεις για μια ακόμα πιο ψηλή κοινωνική επιδίωξη: τη σοσιαλιστική κοινωνία.

Για το χτίσιμο αυτής της νέας Ελλάδας δουλεύουν σήμερα, μέσα σε τραγικές πραγματικά συνθήκες και αψηφώντας κάθε κίνδυνο, όλοι οι επιστήμονες που βλέπουν μπροστά, όλοι οι προοδευτικοί άνθρωποι των επιστημών, πλάι και μαζί με τον αδάμαστο Ελληνικό Λαό, προσφέροντας ακόμη και την ζωή τους, ότι πολυτιμότερο δηλαδή έχουν, προσπαθώντας έτσι να στεριώσουν, όσο το δυνατό περισσότερο, την νίκη του.

Σε όλους αυτούς τους πραγματικούς ηρωικούς αγωνιστές, προσφέρω και εγώ την μικρότατη αυτή συμβολή.

Δημήτρης Μπάτσης

Αθήνα, ΕΜΠ , Ιούνιος 1947»

Παρασκευή

Νίκου Μπελογιάννη «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα»



Αποσπάσματα από το έργο του Νίκου Μπελογιάννη «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα», που αναφέρεται και στα «δάνεια της ανεξαρτησίας».


Α΄ Το πρώτο δάνειο



Μόλις άρχισε η επανάσταση του ’21 «αρχίζουν κι οι ξένοι τοκογλύφοι το θεάρεστο έργο τους σε βάρος ενός λαού πού ’χυνε ποτάμι το αίμα για τη λευτεριά. Είν’ αλήθεια ότι μέσα στις συνθήκες που πάλευαν οι Έλληνες, χωρίς τ’ απαραίτητα οικονομικά μέσα ακόμη και για την αγορά λίγου μπαρουτιού, ένα έξωτερικό δάνειο με καλούς όρους θα βοηθούσε σημαντικά, θα δυνάμωνε και θά ’δινε φτερά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Οι ξένοι όμως τοκογλύφοι, με συνεργούς τούς ντόπιους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες και τους πάμπλουτους καραβοκυραίους, κατάφεραν να ωφελήσουνε μονάχα το πουγκί τους και τους ξένους τυχοδιώκτες από τα δύο μπεζαχτά της επανάστασης. […]

Μόλις ξέσπασε η επανάσταση, ο λαός πρόσφερνε ό,τι είχε και δεν είχε. Οι αγρότες τα ζώα τους και τα γεννήματά τους, οι τσοπαναραίοι και το τελευταίο τους πρόβατο, οι κοπέλες τις προίκες τους, οι γυναίκες τους άντρες τους, κι όλοι μαζί, χωριάτες και τσοπάνηδες, ναύτες και μικροτεχνίτες, άντρες και γυναίκες έδιναν το αίμα τους και τη ζωή τους για να λευτερωθεί ο τόπος από τον ξένο ζυγό.
Στο μεγάλο αυτό εθνικό σάλπισμα της λευτεριάς, οι αστοκοτζαμπάσηδες ξέρετε τι πρόσφεραν; Αφού αντιδράσανε στην κήρυξη της επανάστασης κι ύστερα αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος θέλοντας και μη, όχι μόνο δεν άνοιξαν το παραφουσκωμένο πουγκί τους να δώσουν έστω κι ένα γρόσι για τον αγώνα, αλλά βουτήχτηκαν και μεταξύ τους ποιος θα πρωταρπάξει περισσότερα χτήματα απ’ αυτά που παράτησαν οι Τούρκοι. Κι όμως, τα χτήματα τούτα -πολλά κι αρκετά εύφορα- ονομάστηκαν «εθνικά» κι είχε αποφασιστεί να πουληθούνε και τα λεφτά να διατεθούν για τον αγώνα. Μα και η πράξη τούτη ήτανε, το πιο πολύ, μανούβρα των κοτζαμπάσηδων για να μη μοιραστούν τα χωράφια στο λαό, μα να τα πάρουν αυτοί για ένα κομμάτι ψωμί, αν δεν κατάφερναν να τα βουτήξουν με το ζόρι.
Οι ζάπλουτοι πάλι Κουντουριώτηδες κι άλλοι πλούσιοι καραβοκυραίοι, αφού εξόντωσαν τον αρχηγό των ναυτών, τον ανδρείο καπετάνιο Οικονόμου, που τους ανάγκασε νά ’ρθουνε με το ζόρι στην επανάσταση, ρίχτηκαν με τα καράβια τους πιο πολύ στο πλιάτσικο, παρά στον τούρκικο στόλο.
Κι έτσι, αφού ξοδεύτηκαν τα λίγα λεφτά της Φιλικής Εταιρείας και των εμπόρων και πραματευτάδων του εξωτερικού, η επανάσταση δεν διέθετε πια πεντάρα για τη συνέχιση του αγώνα. […]

Με πενταροδεκάρες όμως δεν γίνεται πόλεμος. Μερικοί, λοιπόν, αγωνιστές με καλή πρόθεση, κι οι πολλοί -οι κοτζαμπάσηδες κι η παρέα τους για να γλιτώσουν τα λεφτά τους και γιατί μυρίστηκαν και ψητό- πρότειναν το δάνειο από το εξωτερικό. […]

Τότε στην εγγλέζικη πρωτεύουσα -όπως είπαμε και πιο πάνω- το χρήμα προσφερόταν άφθονο και με μικρό σχετικά τόκο. Οι χιλιάδες νεόπλουτοι, πού ’χαν ξεφυτρώσει από τους Ναπολεόντειους πολέμους, ήσαν πρόθυμοι να τοποθετήσουν τα λεφτά τους σε οποιεσδήποτε επιχειρήσεις. Δεν τους ένοιαζε και τόσο αν οι επιχειρήσεις αυτές ήταν τυχοδιωχτικές ή δεν είχαν μεγάλη σχέση με την ηθική. “Όλοι είχαν παρασυρθεί, καθώς λέει ό Χέρτσβεργκ, σ’ ένα ρέμα από «αμφίβολες», τολμηρές, άγριες κερδοσκοπίες”. […]

Βέβαια, ο καθένας δεν δάνειζε και τόσο εύκολα την κυβέρνηση μιας χούφτας επαναστατών, που τά ’χαν βάλει με μια μεγάλη αυτοκρατορία. Αλλ’ ακριβώς πάνω σ’ αυτό ποντάρισαν, κι αυτή τη δύσκολη κατάσταση εκμεταλλεύτηκαν οι ξένοι τοκογλύφοι για να μας επιβάλουν όρους βαριούς, πρωτάκουστους.
Ακούστε τους να φρίξετε: Οι Έλληνες πληρεξούσιοι είχαν εντολή να βρουν ένα δάνειο ίσαμε 800.000 λίρες και να δώσουν για εγγύηση τα «εθνικά» χτήματα, τις πρόσοδες των τελευταίων, τις αλυκές και τα διβάρια. Στα δεφτέρια τους λοιπόν έγραψαν και οι τραπεζίτες Longman, Ο’Βrien, Εllice ότι μας δάνεισαν 800.000 λίρες. Αυτό όμως ήταν το ονομαστικό ποσό. Γιατί κάθε δάνειο που κλείνεται σε μια χρηματαγορά, έχει ονομαστική και πραγματική τιμή. Ονομαστική λέμε το ποσό που λένε ότι δανείζουν, και πραγματική, όσα πραγματικά δανείζουν. Σαν βάση παίρνουμε το εκατό και την πραγματική τιμή την καθορίζουν με ποσοστό στα %. Έτσι όταν λέμε ότι το τάδε δάνειο βγήκε στα 95%, αυτό πάει να πει ότι αν η ονομαστική τιμή ήταν 100 δραχμές, η πραγματική θά ’ταν 95. Δηλαδή παίρνεις 95 δραχμές και σε χρεώνουν εκατό. Εννοείται ότι και τους τόκους τους πληρώνεις με βάση την ονομαστική τιμή και όχι την πραγματική. Κανονικά και δίκαια βέβαια η ονομαστική πρέπει να ’ναι ίση με την πραγματική τιμή. Όταν μάλιστα οι εγγυήσεις ενός δανείου είναι μεγάλες, η δεύτερη ξεπερνάει και την πρώτη. Οι κερδοσκόποι όμως προσπαθούν σχεδόν πάντοτε η πραγματική τιμή να ‘ναι πολύ μικρότερη από την ονομαστική, αλλά η διαφορά δεν πρέπει να ξεπερνάει τις λίγες μονάδες.

Μα σ’ αυτό το δικό μας πρώτο δάνειο ούτε περνάει απ’ το μυαλό σας ποια ήταν η πραγματική τιμή. Μόλις 59%! Πράγμα πού θέλει να ειπεί ότι μας χρέωσαν με 800.000 λίρες και θα μας έδιναν μόνον τα 59%, δηλαδή 472.000. Έτσι κι ο πραγματικός τόκος αυτόματα διπλασιάστηκε κι από 5% έγινε 9. Για εγγύηση των τόκων δόθηκαν όλα τα δημόσια έσοδα και για το κεφάλαιο όλα τα εθνικά χτήματα. Αν έμενε τίποτε άλλο, οι Έλληνες πληρεξούσιοι θα το έδιναν πρόθυμα! Και παρ’ όλ’ αυτά, η ληστεία σε βάρος μιας μικρής χώρας που πρόσφερε τα πάντα στο βωμό τής λευτεριάς, δεν σταμάτησε ίσαμ’ εδώ. «Η εμπορική πανουργία των νέων οικονομικών φίλων της Ελλάδας», λέει ο Χέρτσβεργκ, «κατόρθωσε να πωλήσει εις τους Έλληνας τας νυν απαραιτήτους αυτοίς χρηματικάς βοηθείας, επί τιμής εις ύψιστον βαθμόν αδροτάτης». Οι τοκογλύφοι πού ’δωσαν το δάνειο κράτησαν ακόμα και 3% για προμήθεια και μεσιτεία και 1,5% για ασφάλιστρα. Κράτησαν επίσης μπροστά τους τόκους για δύο χρόνια, δηλαδή 80.000 λίρες, τα χρεόλυτρα δύο χρόνων από 1% 16.000 λίρες και για…. προμήθεια πληρωμής των τόκων 3.200 λίρες! Απόμειναν λοιπόν ίσαμ’ εδώ 348.000 λίρες, δηλαδή τα 43,5%. […]

Μόλις έφτασε δω πέρα η είδηση για τη σύναψη του δανείου, δεν περιγράφεται το τι έγινε. Καθένας από τους αστοκοτζαμπάσηδες τοκογλύφους και πολλούς καραβοκύρηδες άρχισε να ονειρεύεται τσουβάλια με λίρες. Έτσι το δάνειο έριξε λάδι στη φωτιά, κι οι φαγωμάρες μεταξύ τους άναψαν και φούντωσαν και τελειωμό δεν είχαν. Καρφί δεν τους καιγόταν πια για τους Τούρκους και τον τρομερό κίνδυνο που κρεμότανε τώρα πάνω από την επανάσταση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ. […]

Ύστερα λοιπόν από τόσες περιπέτειες και προσπάθειες, η κυβέρνηση του Άργους πήρε 348.000 λίρες σε μετρητά και 11.900 σε πολεμοφόδια, 38.000 από τις 348.000 μείνανε στο Λονδίνο. Κατάντησε δηλαδή να πάρουμε μόλις 310.000 λίρες, ενώ στα βιβλία των τοκογλύφων η Ελλάδα ήταν χρεωμένη με 800.000!

Β’ Το δεύτερο δάνειο

Εχτελεστικό και βουλευτικό, μόλις έμαθαν ότι «πέτυχε» το πρώτο δάνειο και πριν καλά καλά να φτάσει η πρώτη δόση, αποφάσισαν και δεύτερο από 15 εκατομμύρια τάλληρα! Το βουλευτικό ψήφισε την απόφαση στις 21 του Ιούνη του 1824 και το εχτελεστικό με τα διατάγματα της 13 του Ιούλη και της 14 του Αυγούστου, ανάθεσε στα τρία καμάρια του, τον Ορλάνδο, τον Λουριώτη και τον Ζαΐμη, ύστερα από την πρώτη [αντίστοιχή] τους «επιτυχία», να διαπραγματευτούν και το δεύτερο. […]

Το δάνειο βρέθηκε και τούτη τη φορά σχετικά σύντομα και εύκολα. Τώρα όμως είναι που γίνηκε με δαύτο κυριολεκτικά του κουτρούλη το πανηγύρι, γιατί η ξετσιπωσιά των ξένων τραπεζιτών και η ασυνειδησία των «Ελλήνων» αντιπροσώπων πέρασε κάθε όριο. Βέβαια κι αυτή τη φορά ήταν κάπως δύσκολο, δυσκολότερο μάλιστα απ’ την πρώτη, να βρεθεί δάνειο. Γιατί και για εγγύηση δεν απόμενε πια τίποτε, αφού όλη σχεδόν η Ελλάδα ήταν υποθήκη και για το πρώτο, αλλά κι η επανάσταση με την εγκληματική πολιτική των κοτζαμπάσηδων, των Φαναριωτών και των Κουντουριώτηδων και της σπείρας του Κωλέττη πήγαινε όλο και στο χειρότερο. Αυτό όμως δεν φτάνει για να πάρουν άφεση αμαρτιών οι ξένοι τοκογλύφοι, γιατί δεν είναι που μας δάνεισαν με βαρύτατους, για δεύτερη φορά, όρους, αλλά μας εκαταλήστεψαν και μας έφαγαν στο τέλος κι αυτά τα ψίχουλα, πού ’κανε σύμφωνα με τούς λογαριασμούς τους να πάρουμε. […]

Από το φθινόπωρο του 1824 αγγλικοί και γαλλικοί τραπεζικοί οίκοι έστησαν γερό ανταγωνισμό μεταξύ τους, ποιος να μας δώσει το δάνειο. Οι τρεις οικονομικοί αντιπρόσωποι προτίμησαν τον οίκο Ίακ και Σαμψών Ρικάρντο στο Λονδίνο. Τ’ ονομαστικό κεφάλαιο του δανείου ορίστηκε στα 2 εκατομμύρια λίρες με τόκο 5%. Επειδή όμως η πραγματική του τιμή μόλις έφτανε τα 55%, η ελληνική κυβέρνηση θα χρώσταγε 2 εκατομμύρια και θά ’παιρνε μόλις 1.100.000. Αλλά η ληστεία δεν σταμάτησε ίσαμ’ εδώ, γιατί σύμφωνα με το συμβόλαιο που υπογράφτηκε στις 7.2.1825, οι τραπεζίτες κράτησαν μπροστά τους τόκους δύο χρόνων, δηλαδή 200.000 λίρες, κράτησαν 3% για προμήθεια, μεσιτεία κλπ κι ακόμα 1% για χρεολύσιο μιας χρονιάς και 2% πάνω στους τόκους. Και τέλος, αφού δεν μπορούσαν να εφεύρουν κι άλλες κατακρατήσεις, απόμειναν για την Ελλάδα 816.000 λίρες που μόνο η Ελλάδα δεν τις πήρε.[…]

Η επόμενη πράξη της κωμικοτραγωδίας του δεύτερου δανείου συνεχίστηκε στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η σπείρα των τοκογλύφων και κερδοσκόπων διαχειριστών έριξε σε χαμηλές τιμές -στα 15%- τις ομολογίες του πρώτου δανείου κι ύστερα, για να συγκρατηθεί δήθεν η τιμή τους και να μην κλονιστεί η… πίστη της Ελλάδας, εξαγόρασαν στο χρηματιστήριο με λεφτά του δεύτερου δανείου όλες τις ξεπεσμένες ομολογίες στο τριπλάσιο της τρέχουσας αξίας τους! «Η ελληνική υπόθεση προδόθηκε στην Αγγλία», έγραφε ο Χρόνος του Λονδίνου στις 26 Οκτώβρη του 1825. […]
Έτσι, απ’ όλο το δάνειο στην Ελλάδα κατάληξε να φτάσουν μόνο 232.555 λίρες, αλλά τις «ελληνικές» κυβερνήσεις δεν τις ένοιαζε για τα ρέστα. Ρίχτηκαν με τα μούτρα ποιος να φάει τα περισσότερα. […]

Έτσι τελείωσε η ιστορία των εξωτερικών δανείων στην περίοδο της επανάστασης. Αν κάνουμε τον αξιοθρήνητο απολογισμό τους, βλέπουμε ότι δανειστήκαμε ονομαστικά και χρωστάμε πραγματικά 2.800.000 λίρες με τόκο 5%, ενώ στην Ελλάδα φτάσανε μόνο 540.000 με πραγματικό τόκο 26%! Κι αυτά όμως και που τα πήραμε και που δεν τα πήραμε το ίδιο κάνει, γιατί είδαμε την τύχη που τα περίμενε.
Αλλά ποιος θα το πίστευε ότι τούτες τις 2.800.000 λίρες τα χρωστάμε σχεδόν ίσαμε σήμερα, ότι πληρώσαμε και πληρώσαμε για δαύτα τα μαλλιοκέφαλά μας και πάλι τα χρωστάμε. Όπως θα δούμε αργότερα, η ιστορία έχει επίλογο που θα τον μάθουμε σε άλλο κεφάλαιο. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε μονάχα ότι από το 1827 κι ύστερα οι ξένοι δανειστές δεν είσπραξαν τόκους και χρεολύσια κι η Ελλάδα κηρύχτηκε σε κατάσταση φτώχεψης. Από τότε αρχίζει -μαζί μ’ άλλες αιτίες- η επέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας κι έτσι τα δάνεια αυτά, που ονομάστηκαν -τί κοροϊδία- δάνεια της ανεξαρτησίας, αποτέλεσαν τον πρόλογο της οικονομικής υποδούλωσης της Ελλάδας στο ξένο κεφάλαιο. Οι Έλληνες αστοτσιφλικάδες που κόβονται μέχρι σήμερα «διά την ιδέαν τής πατρίδος», έδωσαν από τότε ακόμα εξετάσεις στον πατριωτισμό και βαθμολογήθηκαν με μηδέν.




Τετάρτη

Παλαμάς Καρδίτσας - Ποιος έδωσε την εντολή στον χειριστή του σκαπτικού μηχανήματος να σπάσει το ανάχωμα ;




Ποιος έδωσε την εντολή στον χειριστή του σκαπτικού μηχανήματος να σπάσει το ανάχωμα στον ποταμό Καλέντζη, για να προστατευτεί η Λάρισα και η Καρδίτσα, αλλάζοντας την ροή και στέλνοντας τα νερά στην κωμόπολη του Παλαμά που κυριολεκτικά την έπνιξε και την έθαψε την πρώτη νύχτα της κακοκαιρίας Daniel; Οι κάτοικοι καταγγέλλουν εγκληματική ενέργεια σε βάρος τους.Σε αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του ALPHA, ο χειριστής του μηχανήματος που ήταν μισθωμένος από την Περιφέρεια και ήταν σε επιφυλακή δίπλα στο ανάχωμα, απαντά πως πήρε εντολή να σπάσει το δίπλα στο ανάχωμα και να αλλάξει τη ροή του νερού.


Δημοσιογράφος:

-«Σας δόθηκε εντολή να κάνετε παρεμβάσεις σε ανάχωμα;»

-«Ναι μου δόθηκε η εντολή να κάνω παρέμβαση.»

Δημοσιογράφος:

-«Από ποιον σας δόθηκε αυτή η εντολή;»

-«Εντάξει, τώρα αυτά είναι, αυτά είναι… Από εκεί που είμαι μισθωμένος.»

Δημοσιογράφος:

-«Από τον κ. Νούσιο δηλαδή; Από την αντιπεριφέρεια;»

-«Ακούστε με. Εμείς πάντοτε μας καλεί, μας επιτάσσει η Περιφέρεια για επιφυλακή. Από εκεί παίρνουμε και τις εντολές μας.»

Δημοσιογράφος:

- Άρα η περιφέρεια σας έδωσε την εντολή, μου λέτε, να ανοίξετε αυτό το ανάχωμα, να σπάσετε αυτό το ανάχωμα;»

-«Εγώ σας είπα τι ακριβώς γίνεται και από πού παίρνουμε τις εντολές μας και από που είμαστε καθοδηγούμενοι...»

Δημοσιογράφος:

«Άρα όντως έγινε άνοιγμα τρύπας σε αυτό το ανάχωμα για να παροχετευτούνε νερά...»

-«Έγινε κάποια ελεγχόμενη τομή…»

Από την πλευρά του ο αντιπεριφερειάρχης Κώστας Νούσιος αρνείται τα πάντα:

- «Ουδέποτε έδωσα εντολή για να ανοιχτεί το ανάχωμα στον ποταμό Καλέντζη. Ουδέποτε. Εμένα μου ζήτησαν απλά ένα μηχάνημα. Ανάμεσα στα 30 μηχανήματα που έδωσα εκείνο το βράδυ σε όλα τα χωριά μου ζήτησαν ένα μηχάνημα...»

Δημοσιογράφος:

«Το ανάχωμα ποιος το άνοιξε δηλαδή;»

Κώστας Νούσιος:

«Δε γνωρίζω. Εγώ δεν έδωσα εντολή πάντως. Εγώ ουδέποτε έδωσα εντολή να σπάσει το ανάχωμα στον Κοσκινά...»

Δημοσιογράφος:

-«Και ποιος το έσπασε το ανάχωμα;»

Κώστας Νούσιος:

-«Δεν γνωρίζω.»

Ο ιδιοκτήτης της τσάπας αρνείται να πει ακόμη και το όνομα του Αντιπεριφερειάρχη και ο Κώστας Νούσιος αρνείται ότι έδωσε εντολή.

Όμως μια ανάρτηση στο facebook από την ίδια ημέρα, λίγο πριν την καταστροφή, έχει ξεσηκώσει τους κατοίκους, αφού τους εμφανίζει να βρίσκονται μαζί στο σημείο.»

Δημοσιογράφος:

-«Εγώ γνωρίζω από το ρεπορτάζ που έχω κάνει ότι στο σημείο βρισκόταν μηχάνημα μισθωμένο από εσάς, το οποίο ήταν εκεί καθ’ όλη την διάρκεια του φαινομένου και λίγη ώρα αργότερα το μηχάνημα αυτό- και υπάρχουν φωτογραφίες γι’ αυτό- έκανε τη συγκεκριμένη διατομή. Εσείς λέτε ότι δε δώσατε εντολή.»

Αντιπεριφερειάρχης:

-«Με ρωτήσατε αν έδωσα εντολή και σας είπα ότι δεν έδωσα εντολή να κοπεί το ανάχωμα. Εμένα μου ζητήθηκε ένα μηχάνημα για να βοηθήσει την περιοχή.»

Δημοσιογράφος:

-«Άρα την εντολή την έδωσε κάποιος άλλος ή αυτοβούλως προχώρησε ο χειριστής του μηχανήματος σ’ αυτή την κίνηση.»

Αντιπεριφερειάρχης:

-«Αυτοβούλως ο χειριστής αποκλείεται.

Αυτοβούλως ο χειριστής αποκλείεται.»


Πηγή: alphatv.gr



Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα 1841-1944

του Προκόπη Παπαστράτη


Σε μία φτωχή χώρα στα Βαλκάνια, όπως η Ελλάδα την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά στην πραγματικότητα σε όλες τις φτωχές χώρες, η κεντρική εξουσία στην πρωτεύουσα σπάνια είναι ικανή ή ενδιαφέρεται να αντιμετωπίσει τοπικά προβλήματα σε απομονωμένες αγροτικές περιοχές.  Αυτό ισχύει και για τα  χωριά στην ορεινή περιοχή της Ευρυτανίας.  Σε ένα από αυτά τα χωριά, το Καροπλέσι, ιδρύεται η «Φιλοπρόοδος Ένωσης Καροπλεσίου» το καλοκαίρι του 1933. Σκοπός του σωματείου είναι να επιλύσει τις ντόπιες αγροτικές διαφορές (βοσκοτόπια, ζωοκλοπές ξυλεία, ποτιστικά δικαιώματα, αγροτικοί δρόμοι, κλπ) που έχουν καταστρεπτικές συνέπειες στις σχέσεις των χωριανών οι οποίοι καταφεύγουν στα δικαστήρια, 15 ώρες πεζοπορία,  ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα. Έτσι συστήνεται «Η Συμβιβαστική Επιτροπή Καροπλεσίου» που γρήγορα εξελίσσεται σε παραδειγματικό  «Λαϊκό Δικαστήριο» με μεγάλη επιτυχία. Αυτή η προσπάθεια υιοθετείται  και από τα γειτονικά χωριά με αποτέλεσμα να αντιδράσουν οι δικηγόροι ζητώντας από τον εισαγγελέα να διατάξει τη διάλυση τους.  Η Δικτατορία του Μεταξά διαλύει το 1937 αυτά τα λαϊκά δικαστήρια μετά από επιτυχημένη τετραετή λειτουργία τους.[1]

Η Κατοχή που ακολουθεί δημιουργεί  νέες καταστάσεις με την αναχώρηση των κρατικών λειτουργών για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Με αυτές τις συνθήκες, οι ζωοκλοπές και ληστείες ξαναεμφανίστηκαν, παραδοσιακές συνήθειες στις αγροτικές περιοχές που είχαν τα τελευταία χρόνια εξαφανιστεί.

Η αντίδραση είναι γρήγορη.  Η πρώτη επιτροπή ιδρύεται τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του 1941 και αρχίζει τη δράση της στην ίδια περιοχή όπου λειτούργησε επί 4 χρόνια  η «Φιλοπρόοδος Ένωσης» Καροπλεσίου. Ονομάζεται «Επιτροπή Επίλυσης Προβλημάτων  του χωριού της Κόριτσας-Κτημενίων» και χρησιμοποιώντας την εμπειρία της Φιλοπρόοδου Ένωσης επεκτείνει τις εξουσίες της για να καλύψει όλες τις δραστηριότητες που συμβάλλουν  στη καλύτερη ποιότητα ζωής του χωριού.  Δεν είναι σύμπτωση, ότι ο Γιώργος Μπέϊκος, τοπικός δημοσιογράφος και κομμουνιστής αλλά και ιδρυτικό μέλος της κίνησης για λαϊκή αυτοδιοίκηση στη δεκαετία του 1930, είναι ο πρωταγωνιστής αυτής της νέας προσπάθειας.  Οι βασικές ιδέες δοκιμάστηκαν με επιτυχία όταν η Ελλάδα ήταν δημοκρατία αλλά τώρα οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και επικίνδυνες και συγχρόνως αποτελούν και πρόκληση.  Η Επιτροπή του Χωριού συντάσσει ένα Ιδιωτικό Συμφωνητικό που υπογράφεται από τον ανδρικό πληθυσμό.  Σύμφωνα με αυτό η Επιτροπή αναλαμβάνει όλες τις λειτουργίες του Δημοτικού Συμβουλίου. Αυτό είναι στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα να αντικατασταθεί η μέχρι τώρα δομή της κρατικής διοίκησης.  Είναι το πρότυπο που εφαρμόζεται βαθμιδόν σε όλες τις περιοχές της απελευθερωμένης Ελλάδας.  Ο Γ.Μπέϊκος προτείνει, και γίνεται δεκτό, να υπογράψουν εκτός από όλους του άνδρες και οι χήρες του χωριού ως κεφαλές της οικογένειας, υποστηρίζοντας  ότι οι γυναίκες αυτές είχαν επωμιστεί  όλα τα οικονομικά βάρη, για να στηρίξουν την οικογένεια τους και συνεισέφεραν εξ ίσου στα έξοδα του χωριού.[2]



Ένα χρόνο αργότερα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1942,  το θέμα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης παίρνει μία πιο συγκεκριμένη μορφή.  Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει.  Το καλοκαίρι του 1941 δεν υπήρχε οργανωμένη Αντίσταση.  Μικρές ομάδες οπλισμένων ανδρών, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους με τα όπλα τους, μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Απρίλιο του 1941, δρούσαν κυρίως στη Μακεδονία χωρίς όμως μεγάλη αποτελεσματικότητα.  Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου το 1942 σηματοδοτεί τις νέες συνθήκες και δημιουργεί πρόσθετες ευθύνες στις κύριες αντιστασιακές οργανώσεις.  Το ζήτημα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης παύει να είναι αποτέλεσμα τοπικής πρωτοβουλίας και αποκτά νέες διαστάσεις.  Καθώς το κίνημα της Αντίστασης εδραιώνει την παρουσία του στην ύπαιθρο, η αυτοδιοίκηση γίνεται αναπόσπαστο μέρος του απελευθερωτικού αγώνα και βαθμιαία οι ίδιοι νόμοι και κανονισμοί θα εφαρμοστούν σε όλες τις απελευθερωμένες περιοχές.


Το ΕΑΜ δραστηριοποιείται έντονα σ’ αυτόν τον τομέα.  Έτσι λοιπόν   η αυτοδιοίκηση αρχίζει να λειτουργεί ξανά, από  τις ίδιες περιοχές που είχε προσπαθήσει να λειτουργήσει το καλοκαίρι και φθινόπωρο του 1941.  Οι ίδιοι άνθρωποι δείχνοντας  μία θαυμαστή επιμονή συγκροτούν τον πυρήνα αυτής της νέας προσπάθειας, στηρίζοντας παράλληλα  τους πολιτικούς καθοδηγητές του ΕΑΜ της περιοχής.  Δύο έγγραφα  συντάσσονται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942 και περιλαμβάνουν ένα εισαγωγικό υπόμνημα για την ανάγκη ύπαρξης τοπικής αυτοδιοίκησης και το βασικό νομικό κείμενο με τίτλο «Εντολές», με οκτώ άρθρα.  Το πρώτο άρθρο διακηρύσσει  ότι η Γενική Συνέλευση όλων των ενηλίκων κατοίκων εκλέγει τα όργανα που θα ασκήσουν την Λαϊκή Εξουσία.  Αυτά τα όργανα ήταν, η Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και το Λαϊκό Δικαστήριο. Η συμμετοχή σ΄αυτές είναι υποχρεωτική, τιμητική και χωρίς αμοιβή.  Η Επιτροπή έχει τέσσερεις υποεπιτροπές: την Επισιτιστική, τη Σχολική, την Εκκλησιαστική, και της Λαϊκής Ασφάλειας., υπεύθυνες για όλα τα προβλήματα του χωριού. Η Γενική Συνέλευση έχει την  εξουσία να ανακαλεί  όλα τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης και να επανεκλέγει νέα. Οι συντάκτες  αυτών των «Εντολών» ενεργοί κομμουνιστές οι ίδιοι, πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη είναι ταξική δικαιοσύνη. Αυτή η πεποίθηση είναι ενσωματωμένη στο δεύτερο άρθρο που διακηρύσσει ότι «Η Δικαιοσύνη είναι στην πραγματικότητα Λαϊκή Δικαιοσύνη».  Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης είναι επίσης και Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου.


Τον Εισαγγελέα αντικαθιστά ο Λαϊκός Επίτροπος που «εισάγει την υπόθεση και εκφέρει τη γνώμη του αιτιολογών αυτήν περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου αλλά ουχί περί της ποινής»[3]. Ο Λαϊκός Επίτροπος δεν έχει ψήφο και λειτουργεί περισσότερο σαν σύμβουλος παρά ως εισαγγελέας. Τη θέση του  Λαϊκού Επιτρόπου κατέχει ο πολιτικός υπεύθυνος του ΕΑΜ για το χωριό.  Είναι φανερό ότι το ΕΑΜ θέλει να παρακολουθεί από κοντά τα γεγονότα και να επηρεάζει όποια απόφαση θεωρεί ότι είναι απαραίτητο.  Ο μάρτυρας που εξετάζεται ορκίζεται στο Ευαγγέλιο. Το Λαϊκό Δικαστήριο πριν εκδώσει απόφαση  ζητάει από τους διάδικους να συμβιβαστούν, ακολουθώντας έτσι μία μακροχρόνια παράδοση στις αγροτικές περιοχές.   Στα Λαϊκά δικαστήρια οι ποινές που επιβάλλονται με βάση τις «Εντολές» είναι η αποζημίωση και το πρόστιμο, όλα σε είδος.  Το Λαϊκό Δικαστήριο δικάζει όλες τις υποθέσεις εκτός από διαζύγια, ζωοκλοπές, κατασκοπεία και στρατιωτικά αδικήματα που αρμόδια είναι τα Ανταρτοδικεία.   Εναντίον των αποφάσεων του Λαϊκού Δικαστηρίου μπορεί να γίνει έφεση στο Τομεακό Δικαστήριο που συγκροτείται από τους προέδρους των Λαϊκών Δικαστηρίων των χωριών.


Το 1943 αυτός ο θεσμός με την εισαγωγή των νέων νομικών κειμένων των «Εντολών» γίνεται περισσότερο  ακριβής και λεπτομερής. Έχει  δοκιμαστεί στην πράξη και γίνεται ευρύτερα αποδεκτός. Αυτά τα νομικά κείμενα με την ονομασία «Κώδικας Ποσειδών»  αποτελούν το θεμέλιο λίθο των νόμων και κανονισμών των Λαϊκών Δικαστηρίων. Ως την άνοιξη αυτός ο θεσμός έχει επεκταθεί σε περιοχές της Δυτικής Θεσσαλίας και της Κεντρικής Ελλάδας. Τον Αύγουστο ένας νέος «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης» αντικαθιστά τους παλαιότερους και εφαρμόζεται στο μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ελλάδα.  Εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το δικαίωμα ψήφου για όλους τους άνδρες και τις γυναίκες από την ηλικία των 17 ετών. Επίσης θεσπίζει ότι η συνεργασία με τον εχθρό και η κερδοσκοπία αποτελούσαν εγκληματικές πράξεις. Η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται στις περιοχές όπου έχει δικαιοδοσία το ΕΑΜ. Μερικές μέρες όμως αργότερα το Κοινό Στρατηγείο Ανταρτών όπου συμμετέχουν η Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή, το ΕΑΜ, το ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ εκδίδουν την Απόφαση 6 που περιέχει 15 άρθρα για τη Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη.[4]  Για πρώτη φορά οι κύριες  Αντιστασιακές Οργανώσεις συμφωνούν να εφαρμόσουν τις ίδιες νομοθετικές διατάξεις στις περιοχές τους, δηλαδή στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας.  Στο πλαίσιο αυτό οι θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης εφαρμόστηκαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως π.χ. στην επαρχία Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας[5].   Στη Λακωνία από τις αρχές του β’ εξαμήνου του 1943 εφαρμόστηκε «Κώδικας Λαϊκής Δικαιοσύνης»  με 15 άρθρα δικονομικού και ουσιαστικού περιεχομένου, προέβλεπε και Αναθεωρητικά δικαστήρια β’ βαθμού.  Πριν από την εμφάνιση αυτού του Κώδικα λειτούργησαν πρωτοβάθμια Λαϊκά Δικαστήρια,  πενταμελής «Διοικητικαί Επιτροπαί» [6].


υποσημειώσεις:


[1] Τσουπαρόπουλος Θ .Οι Λαοκρατικοί Θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης, Εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα  1989  σ.21-24

 [2] Μπεϊκός Γ., Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα,  τόμος Ι, Αθήνα Θεμέλιο 1979, σ.174-179

[3] Τσουπαρόπουλος Θ., σ.27

[4] Δ.Ζέπου, Λαϊκη Δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό Κατοχήν Ελλάδος, Αθήναι 1945

 σ.5-7 Εξακολουθεί να είναι η περισσότερο εμπεριστατωμένη μελέτη για το θέμα αυτό.  Επανεκδόθηκε από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης το 1986.

[5


] Χρ..Κωνσταντινόπουλος, Η εφαρμογή των θεσμών της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης στη Γορτυνία (1943-1944) . Οδυσσέας, Αθήνα 1995

[6] Ζέπου Δ., σ. 3-4

⃰  ομ. καθηγητής Ιστορίας

 υ.γ. η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μέρος της ανακοίνωσης «Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα 1841-1944»  στη διημερίδα: Λαϊκές Εξουσίες και Δομές Αυτο-οργάνωσης: η έμπρακτη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας. Τα ιστορικά παραδείγματα, που πραγματοποιήθηκε στη Λιβαδειά στις 18- 20/3/2016




«Κώδικας Ποσειδών»: Mία ιστορική έρευνα για τα πρωτοποριακά Ευρυτανικά Σοβιέτ!



Ιστορία «Κώδικας Ποσειδών»


Αλιεύσαμε από τον Ευρυτάνα ιχνηλάτη το παρακάτω εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο

Δεκέμβριος 1942… 

Είναι καταχείμωνο, 4 Δεκέμβρη 1942. Στο σπίτι του μπάρμπα Δημήτρη Μπέικου στο συνοικισμό Κορίτσα του χωριού Κλειτσός Ευρυτανίας, συναντώνται 5 νέοι αντιστασιακοί αγωνιστές -οι οποίοι συναποτελούν μια τοπική κομμουνιστική επιτροπή- και συζητούν διεξοδικά γύρω από ένα αναμμένο τζάκι που τροφοδοτεί συνεχώς με ξύλα η κυρά του σπιτιού η αξέχαστη λεβεντόγρια Δημήτραινα! Οι παριστάμενοι είναι: ο γραμματέας και δικηγόρος Γεωργούλας Μπέικος από τον Κλειτσό, ο τελειόφοιτος της Νομικής Δημήτρης Τραχανής από τη Φουρνά, ο φιλόλογος Κώστας Ράγκος από τη Βράχα, ο δάσκαλος Στέφανος Θάνος από το Σαραντάπορο και ο καταρτισμένος αγρότης Βασίλης Μαλούκας από τη Μολόχα. Αντικείμενο της συζήτησης των πέντε συντρόφων είναι το πώς και με ποια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης θα μπορούσαν να αυτοδιοικηθούν οι πρώτες, απελευθερωμένες από το αντάρτικο, περιοχές και οι αυτόνομες από το κατοχικό κράτος ευρυτανικές αγροτικές κοινότητες.

Είναι η εποχή που τα ορεινά ευρυτανικά χωριά πάλλονται στους ρυθμούς του θρυλικού ΕΛΑΣ που ανδρώνεται μέρα με τη μέρα στα περήφανα βουνά μας στέλνοντας από τη μια το λυτρωτικό μήνυμα της λευτεριάς από το φασίστα καταχτητή και τους δωσίλογους συνεργάτες του και από την άλλη την ελπίδα και το όραμα της οικοδόμησης μιας νέας δίκαιης κοινωνίας με ισότητα και προκοπή! Μέσω της επαναστατικής δράσης του ΕΛΑΣ δημιουργούνται μέρα με τη μέρα εκτενείς απελευθερωμένες ζώνες! Στις 11 του Οχτώβρη 1942 στο κεφαλοχώρι Φουρνά Ευρυτανίας μπαίνει ένας αντάρτικος σχηματισμός 32 ΕΛΑΣιτών κρατώντας μια σημαία δεμένη σε ένα πλατανόξυλο! Επικεφαλής είναι ο Άρης Βελουχιώτης! Οι ένοπλοι μαχητές κατάργησαν αμέσως τις κακόφημες διορισμένες κατοχικές αρχές (σ.σ. έκαψαν τα αρχεία του σταθμού χωροφυλακής, έπαυσαν το αγρονομείο και την κρατική δικαστική έδρα – εκτός του δασαρχείου). Στις 14/10 στη διπλανή Βράχα εκλέγεται νέο κοινοτικό απελευθερωτικό συμβούλιο! Στη συνέχεια οι αντάρτες επιστρέφουν στον Κλειτσό όπου στις πλατιές συσκέψεις που ακολουθούν συζητούν μαζί με τους λαϊκούς αγωνιστές τη συνολικότερη αναγκαιότητα της αυτοδιοίκησης μετά το κενό εξουσίας που προέκυψε με την κατάλυση των παλιών αρχών. Το σημαντικό αυτό έργο θα έπρεπε να το επωμισθούν οι ίδιοι οι ντόπιοι καθώς δεν ήταν εφικτό να το αναλάβουν οι συνεχώς μετακινούμενες αντάρτικες ομάδες οι οποίες αφενός είχαν το πρώτιστο καθήκον του λαϊκού απελευθερωτικού πολέμου και αφετέρου δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τα ιδιαίτερα προβλήματα κάθε περιοχής. Οι συνθήκες είναι ώριμες για το «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός»!   

Ένας θαλασσινός κώδικας στα βουνά!
Άμεσος στόχος των πρωτοπόρων αντιστασιακών αγωνιστών ήταν να δημιουργηθεί ένας νέο θεσμικό πλαίσιο Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης που ασφαλώς δεν θα είχε καμία σχέση ούτε με την προπολεμική μεταξική καταπιεστική κρατική δομή αλλά ούτε βέβαια με την κατοχική ναζιστική πραγματικότητα του σαπισμένου δωσίλογου κράτους, αλλά αντίθετα θα έθετε σε κίνηση την αυτενέργεια των αγροτικών πληθυσμών πάνω σε μία αμεσοδημοκρατική βάση ώστε οι ίδιοι οι κάτοικοι να ρυθμίζουν συλλογικά τη ζωή και τις ανάγκες τους.  

Προϋπήρχε και κάποια σχετική εμπειρία: Προπολεμικά (1934-1937) λειτούργησε η «Συμβιβαστική Επιτροπή» στο χωριό Καροπλέσι αλλά και στη Μαυρομάτα (1935), όπου οι κάτοικοι διευθετούσαν τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις δίχως προσφυγές στα κρατικά αστικά δικαστήρια. Επίσης υπήρξε και μία ανάλογη απόπειρα του ίδιου του Μπέικου τον Αύγουστο του 1941 με την 7μελή «Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών» του Κλειτσού.  
Τελικά το βράδυ της 4ης Δεκεμβρίου 1942 ο Γεωργούλας Μπέικος με τους προαναφερθέντες συντρόφους του ολοκληρώνουν τη σύνταξη του κειμένου. Οι «Εντολαί δια την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκήν Δικαιοσύνην» και η συνακόλουθη ερμηνευτική «Εγκύκλιος» είναι έτοιμες! Πρόκειται για το πρώτο νομοθέτημα της ΕΑΜικής περιόδου που επί της ουσίας θα αποτελέσει το προοίμιο του μεγάλου οράματος της Λαοκρατικής Ελλάδας! Γνωστό και ως «Κώδικας Ποσειδών» θεσμοθέτησε το νέο δίκαιο λαϊκό νόμο! Με… θαλασσινό κωδικό αν και φτιάχτηκε στα βουνά της Ευρυτανίας!!!

«Σύντροφοι! Αυτός ο Νόμος μας είναι η Τρίαινα του Ποσειδώνα. Αναποδογυρίζει τα βαλτόνερα της Αντίδρασης. Τούτος ο Νόμος είναι ο Ποσειδώνας! Χτυπάει, στο βυθό η σαπίλα! Και τα κάτου, τα κρυμμένα καθάρια νερά, στην επιφάνεια και στον Ήλιο! Στο φως το Κύμα. Φως η Λευτεριά, ο Λαός το κύμα»!!!
Με αυτή την… ποιητική εισήγηση του Γ. Μπέικου έγινε ομόφωνα αποδεκτή η συγκεκριμένη ονομασία.

Η χάρτα της Λαοκρατίας!
«Λευτεριά δίχως την εξουσία των απελευτερωμένων είναι κούφια λέξη, δεν γίνεται δεν υπάρχει τέτοια λευτεριά. Παλλαϊκός ο αγώνας; Παλλαϊκή η λευτεριά. Παλλαϊκή η λευτεριά;  – παλλαϊκή χρωστάει να είναι και η Εξουσία που θα την κατοχυρώνει και θα την αναπτύχνει» (Γ. Μπέικος)

Η επιδίωξη του Γεωργούλα Μπέικου και των συναγωνιστών του ήταν ο λαοκρατικός κώδικας να είναι καταρχάς λειτουργικός δηλ. λιτός, απλός και κατανοητός στους ορεσίβιους πληθυσμούς, αλλά το κυριότερο να ωθεί όλο τον κόσμο στη συμμετοχή και στις αποφάσεις στα κοινά! 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhzSX9B9P-rYRVjbqAdXyJ7209L05szNMQ8f3fDVMvz1bSwHGkFEZmFM0Lh4cQhj3DOLIZp9gcKYAkxFejxFlQlWvtSHDHoAsoLkjfGtioC8HT-rNWJ2So7YbYLaKykzUX1VgiVQGT_pdQR/s1600/222.jpg

8 άρθρα αποτελούσαν τον ιστορικό «κώδικα Ποσειδώνα». Περιεκτικά θα αναφερθούμε στα κομβικά σημεία του. Καταρχάς, όσον αφορά τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση: Ανώτατο και αδιαμφισβήτητο Αποφασιστικό Όργανο είναι η Γενική Συνέλευση των κατοίκων η οποία συγκαλείται μια φορά το μήνα και ενδιάμεσα εκτάκτως αν κριθεί απαραίτητο! Η Γενική Συνέλευση κάθε κοινότητας αποτελείται από όλους τους ενήλικες άνω των 18 ετών και εκλέγει με ψηφοφορία την πενταμελή ΕΛΑ ( Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης). Η θέση στην ΕΛΑ είναι άμισθη και τιμητική, τα δε μέλη της υπόκεινται πλήρως στη λαϊκή θέληση. Η Γενική Συνέλευση των κατοίκων έχει πάντα τον πρώτο λόγο: σε αυτή απολογείται δημόσια η Επιτροπή και είναι η Συνέλευση αυτή που εγκρίνει ή ακυρώνει τις αποφάσεις της. Επίσης η Συνέλευση έχει τη δικαιοδοσία να καθαιρεί μέλη ή και ολόκληρη την Επιτροπή και εν συνεχεία να εκλέγει άλλη. Επιπλέον θεσπίζονται τριμελείς εξειδικευμένες λαϊκές υποεπιτροπές (σχολική, επισιτιστική, λαϊκής ασφάλειας, εκκλησιαστική) οι οποίες και αυτές λογοδοτούν άμεσα στη Συνέλευση. 

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiltZSCyBGtFc4vb1SuVyJMRr_EDSZhXhrUxLYRegMBDGhBCXzlR_q8hyphenhyphenRR-rBJg_siUzJ71lhHjfJyOpv2GS0Zw2QP3FZXIJ0udpbjK9BDwkiRr7AWnTJ5El7v3Dou3kdgtsIProOx5oQ8/s1600/DSC02514.jpg

Αναφορικά με τη Δικαστική εξουσία: αυτή ασκείται από το εκλεγμένο Λαϊκό Δικαστήριο το οποίο αποτελούν τα προαναφερθέντα αιρετά μέλη της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης ή ο πρόεδρος αυτής με 4 λαϊκούς δικαστές εκλεγμένους από τη Συνέλευση των κατοίκων. Κατοχυρώνεται και o θεσμός του “λαϊκού επιτρόπου” o οποίος είναι ο υπεύθυνος του ΕΑΜ (με γνωμοδοτική μόνο αρμοδιότητα, άνευ ψήφου). Το Λαϊκό Δικαστήριο συνεδριάζει δωρεάν και δημόσια με πρώτο πάντοτε μέλημά του την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των αντίδικων (“να δώσουν τα χέρια”) ώστε κατ’ αυτό τον τρόπο να εκλείψουν εν καιρώ οι αντιπαραθέσεις, να επουλωθούν τα χρόνια μίση στα χωριά και να σφυρηλατηθεί μια νέα λαϊκή ενότητα. Δεν υφίστανται δικηγόροι ούτε δικαστικά έξοδα ακόμη και για τον καταδικασθέντα! Αν παρά τις προσπάθειες ο συμβιβασμός δεν επιτυγχάνονταν τότε προχωρούσε η δικάσιμος και αν κάποιος κρίνονταν ένοχος τότε επιβάλλονταν ποινές συνετισμού οι οποίες δεν ήταν σε άχρηστα κατοχικά χρήματα αλλά σε είδος (π.χ. καλαμπόκι, σιτηρά κλπ). Δεν προβλέπονταν προσωποκράτηση! Το Λαϊκό Δικαστήριο εκδίκαζε σχεδόν όλες τις υποθέσεις του χωριού εξαιρουμένων αυτών της προδοσίας, της κατασκοπείας και της ληστείας που φυσικά μέσα στις δεδομένες πολεμικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε, αποτελούσαν δικαιοδοσία των Ανταρτοδικείων. Για την ιστορία πρώτος πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου ήταν ο Φώτης Δημητρακάκης, ένας αξιόλογος σεβαστός γέροντας με ευθυκρισία και σοφία.   

Οι πρόεδροι των ΕΛΑ ενός δήμου ή γεωγραφικού διαμερίσματος συγκροτούν την Τομεακή Επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοικήσεως η οποία εκλέγει τον επικεφαλής εκ των μελών της και η οποία, σημειωτέον, δεν έχει δικαίωμα επέμβασης στις αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των χωριών. Αντίστοιχα οι πρόεδροι των Λαϊκών Δικαστηρίων συγκροτούν το Τομεακό Λαϊκό Δικαστήριο. Προβλέπεται και η Ένωση Κοινοτήτων του νομού.
Σύμφωνα με τον ίδιο το Γ. Μπέικο, ταυτόχρονα με τον απελευθερωτικό αγώνα από το φασιστικό ζυγό πραγματώνονταν και η κοινωνική επανάσταση. Μάλιστα στο προαναφερθέν δίτομο έργο του ο Γ. Μπέικος τονίζει: 
«Οι Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης (Σοβιέτ) αποτελούν στο χωριό το όργανο της λαϊκής Εξουσίας. Την αρχή της κυβέρνησης του χωριού. Ο λαός όλου του χωριού συναγμένος σε Γενική Συνέλευση συνιστά το μοναδικό και αναντικατάστατο φορέα και εκφραστή της Εξουσίας του»!
Και συνεχίζει σε άλλο σημείο:«Σαν χωριό, πάρ’ τα όλα! Είσαι η Λαϊκή Εξουσία!-δηλαδή η Λευτεριά σου  α κ έ ρ ι α  κι η παλλαϊκή σου Δημοκρατία. Τράβα μπρος!»

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjaKCesaCKF-9cAAd9j-ixx-KYi_6WnYwR290DmRJXw9_r7Fb9NTSnBALfbmLJ1Q9-noSaKdoOVlKCxZODVJk6bNViH8pptGmL7LFo65WgA9tqrzfH8fwDTWrkav2PhG6lAm7K58EfUFgQW/s1600/53056.jpg

Αυτός ο εμπνευσμένος αγωνιστής, ο πανέξυπνος μορφωμένος άνθρωπος («ξουράφι Καρπενησιώτικο» τον είχε χαρακτηρίσει ο Χ. Φλωράκης) που διετέλεσε και γραμματέας διαφώτισης της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, θα πληρώσει τη συμβολή του στη λαϊκή υπόθεση με βασανιστήρια και βαριές πολύχρονες φυλακίσεις κι εξορίες από το εκδικητικό μεταπολεμικό κράτος (1946-1959).

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj-bNLOrvqLWg1XONmIhDPHk2PUdS3YAiFMjxFHHnlGMURMTW-Ri0jkf9_QOBqXuKcCUsPRgXAk3nhrHpHiOY5gHKHLdFhlUDhIbpwuUc-SNjOA0Iip7mWD2W3DVhKaTid_tDOCQRCvEB_Z/s1600/%C2%AB%CE%9A%CF%8E%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%82+%CE%A0%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD%C2%BB+14+%CE%9C%CF%80%CE%AD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82+%CE%92.jpg

Λίγο μετά την αποφυλάκισή του θα βρεθεί στη Σοβιετική Ένωση (1961) όπου θα συναντήσει μετά από 16 ολόκληρα χρόνια τη λατρεμένη του γυναίκα, την ανταρτοπούλα του ΔΣΕ Μαρία Μπέικου και περίφημη εκφωνήτρια του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Ο Γεωργούλας θα εργαστεί στη ΣΕ ως ξένος ανταποκριτής της εφημερίδας “Αυγή” μέχρι το θάνατό του το 1975. Η Μαρία θα επιστρέψει αργότερα στην Ελλάδα ως σύγχρονη Ηλέκτρα αγκαλιά με τη στάχτη του πολυαγαπημένου της Γ. Μπέικου.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEj5zzJYfXaEiHIPtJudHeHbOn3wJKxWQBy4PfaJHEAkIUzMhSta9bKyUeI9OTenX7sLBgvH1WUd6R3upTknVewLJIBznmhvz0FbfT6szla9zNEQgoOlwJBXFF5cmTS4Bt7MNjJbWBycvcj2/s1600/%25C2%25AB%25CE%259A%25CF%258E%25CE%25B4%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B1%25CF%2582+%25CE%25A0%25CE%25BF%25CF%2583%25CE%25B5%25CE%25B9%25CE%25B4%25CF%258E%25CE%25BD%25C2%25BB+15+%25CE%259C%25CE%25B1%25CF%2581%25CE%25AF%25CE%25B1+%25CE%259C%25CF%2580%25CE%25AD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25BF%25CF%2585.jpg

Ο πρωτοποριακός «κώδικας Ποσειδώνας» θα αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί αργότερα (Απρίλης 1943) η περίφημη «Εγκύκλιος 4» της  Περιφερειακής Επιτροπής Φθιώτιδας/Φωκίδας/Ευρυτανίας του ΕΑΜ, αλλά και του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, της Κυβέρνησης του Βουνού και των Κορυσχάδων που με τη σειρά τους θα καθιερώσουν και θα επεκτείνουν τους θεσμούς Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης στις απελευθερωμένες περιοχές, αν και ο Γεωργούλας Μπέικος στην κριτική του θέτει το ζήτημα ότι υπήρξε μια μερική υποβάθμιση κάποιων σημείων του αρχικού κώδικα στις μετέπειτα θεσμοθετήσεις. 

Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι οι εξεγερμένοι αγροτικοί ευρυτανικοί πληθυσμοί θα πλαισιώσουν με μαζικότητα και πρωτοφανή ενθουσιασμό τη νέα ριζοσπαστική πραγματικότητα του «Κώδικα Ποσειδώνα». Ο κόσμος νιώθει ότι ασκεί πλέον τη δική του εξουσία, ότι είναι ο ίδιος αφέντης στον τόπο του και κυρίαρχος στη ζωή του που μέχρι πρότινος ήταν έρμαιο στα χέρια του εκμεταλλευτικού συστήματος και των παραδοσιακών φορέων του. Η νέα επαναστατική αμεσοδημοκρατική διαδικασία -που συνίσταται στο συλλογικό αποφασιστικό ρόλο των ανοιχτών γενικών συνελεύσεων και ειδικά στη δυνατότητα να ανακαλούνται άμεσα και οποτεδήποτε οι άμισθοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι από τους ίδιους τους ψηφοφόρους τους- συσπειρώνει, εμπνέει, ξεσηκώνει το λαό και δείχνει το φωτεινό δρόμο για την αυθεντική Λαϊκή Εξουσία!



«Με όραμα κι αποκοτιά…»!
Ο Μήτσος Τραχανής, εκ των συντελεστών του «Κώδικα Ποσειδώνα», θα δηλώσει πολλά χρόνια αργότερα: «Μαζί με την ανάταση που έφερε στο λαό, το ΕΑΜικό κίνημα ανέδειξε και τις καλύτερες αρετές του λαού μας, αφού δημιούργησε ένα καινούργιο τύπο συνειδητού πολίτη. Ένα νέο κοινωνικό άνθρωπο που ενδιαφέρονταν πλέον για το κοινό καλό τοποθετώντας το ατομικό του συμφέρον μέσα στο συλλογικό»!


Και ο Γεωργούλας Μπέικος με τον ποιητικό λόγο του: «Και μα την αλήθεια, τι οραματισμοί ήσανε κι εκείνοι και ποιος αγωνιστικός ρομαντισμός! Ποια όνειρα και τι ελπίδες και ποια φτερανοίγματα αετίσια… Κι αν δεν ευτυχήσανε να μετουσιωθούνε σε πραγματικότητα, όμως πόσο ψυχορμητική δύναμη δε σταθήκανε! Ε, χωρίς όνειρο και όραμα, δίχως φαντασία κι αποκοτιά, αν με το νου και την καρδιά ανεμόσκαλες δε στήνεις ποτέ γραφτό δε σου είναι να πατήσεις τον Ήλιο…»

πηγή: eyrytixn.blogspot.com



Communarios - facebook