Τρίτη

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ - Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ



ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ Κ. ΜΑΡΞ - Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ 

ΕΠΙΛΟΓΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ carlo salinarI

Εισαγωγή : Garlo Salinari

Εξάντας

Κ . Μάρξ - Φ. Ένγκελς Κείμενα γιά τήν τέχνη Copyright : Laterza Γιά τήν Ελλάδα : Εξάντας 1975 Μετάφραση : ΣΤΑΘ Η Σ ΧΡΤΣΙΚΟΠ ΟΤΛΟΣ Επιμέλεια : ΤΖΕΝΗ Μ ΑΣΤΟΡΑΚΗ Εξώφυλλο : ΓΙΩΤΑ ΚΑΑΙΑΚΜ ΑΝΗ 'Εξάντας Εκδοτική ΕΠΕ ΑΘΗΝΑ, Πανεπιστημίου 39, τηλ. 32.21.528 ΘΕΣ/ΝΙΚΗ, Τσιμισκή 78, τηλ. 279.720


ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ - ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟ 1

ΤΟ ΠΡΟΤΣΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
 ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Μετάφραση
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
ΑΘΗΝΑ 2002




Κ. ΜΑΡΞ - Φ . ΕΝΓΚΕΛΣ - ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ

Κ. ΜΑΡΞ - Φ . ΕΝΓΚΕΛΣ - ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ





Για την πολιτική δράση της εργατικής Τάξης

(Ιδιόχειρη σκιαγράφηση της ομιλίας στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου 

της Διεθνούς Ένωσης Έργατων στις 21.9.1871)


Απόλυτη αποχή από την πολιτική είναι κάτι το αδύνατο.

Όλα τα έντυπα των οπαδών της αποχής κάνουν κι αυτά πολιτική.

Το πρόβλημα απλώς είναι πως και τί είδους πολιτική ασκεί κανείς.

Για μας, άλλωστε, η αποχή είναι αδύνατη. Το κόμμα των εργατών,

ως κόμμα πολιτικό, υπάρχει ήδη στις περισσότερες χώρες. Και 

δε θα είμαστε εμείς εκείνοι που θα το καταργήσουμε,κηρύσσοντας

αποχή από την πολιτική. Η πρακτική της σύγχρονης ζωής, η πολιτική

καταπίεση που ακούν πάνω στους εργάτες οι υπάρχουσες κυβερνήσεις-

τόσο για πολιτικούς όσο και για κοινωνικούς σκοπούς-εξωθεί τους

εργάτες στο να ασχοληθούν, θέλοντας και μη, με την πολιτική.

Το να κάνεις στους εργάτες κύρηγμα αποχής από την πολιτική θα πει

να τους σπρώχνεις στην αγκαλία της αστικής πολιτικής. Η αποχή από 

την πολιτική είναι εντελώς αδύνατη, ιδίως από την Κομμούνα του

Παρισίου(1), που έβαλε στην ημερήσια διάταξη την πολιτική δράση του

προλεταριάτου.

Εμείς θέλουμε την κατάργηση των τάξεων. Ποιο είναι το μέσο για την

επίτευξη αυτού του σκοπού; Είναι η πολιτική επικράτηση του προλεταριάτου.

Και να που, όταν αυτό έγινε ηλίου φαεινότερο, μας ζητούν μη ανάμιξη στην 

πολιτική! Όλοι οι κύρηκες της αποχής από την πολιτική αυτοαποκαλούνται

επαναστάτες και μάλιστα επαναστάτες par excellence*. Η επανάσταση όμως

είναι η πιο ακραία πράξη της πολιτικής κι όποιος πάει για επανάσταση θα πρέπει

να αποδεχτεί και τα μέσα, τις πολιτκές ενέργειες που προπαρασκευάζουν την 

επανάσταση, που διαπαιδαγωγούν τους εργάτες για την επανάσταση και που χωρίς

αυτό οι εργάτες, την επόμενη της μάχης, θα ξεγελιούνται πάντα από τους διάφορους

Φαβρ και Πια. Η πολιτική όμως, που πρέπει να ακολουθηθεί, είναι η εργατική πολιτική.

Το κόμμα των εργατών δεν πρέπει να γίνεται ουρά αυτού ή εκείνου του αστικού κόμματος,

αλλά οφείλει να συγκροτείται ως κόμμα ανεξάρτητο, με το δικό του στόχο και τη δική του

πολιτική.

Οι πολιτικές ελευθερίες, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνετερίζεσθαι, η Ελευθερία

του τύπου, αυτά είναι όπλα δικά μας. Μπορούμε μήπως να σταυρώσουμε τα χέρια  και να κάνουμε

αποχή από την πολιτική, όταν θέλουν να μας αφαιρέσουν αυτά τα όπλα; Λένε ότι κάθε πολιτική

δράση ισοδυναμεί με αναγνώριση του κατεστημένου. Αλλά εφόσον το κατεστημένο μας δίνει

τα μέσα για να αγωνιστούμε εναντίον του, τότε η χρησιμοποίηση αυτών των μέσων δεν σημαίνει

αναγνώριση αυτού του κατεστημένου.


Marx Engels werke (τομ.17 σελ. 416-417)


(1)Παρισινή Κομμούνα (18 Μάρτη- 28 Μάη 1871): Ήταν η πρώτη απόπειρα του προλεταριάτου να

εγκαθιδρύσει την πολιτική κυριαρχία της εργατικής τάξης. Η Παρισινή Κομμούν θέσπισε σπουδαία 

πολιτικά μέτρα με τη συντριβή του παλιού κρατικού μηχανισμού, την καθιέρωση του θεσμού της αιρετότητας

όλων των κρατικών λειτουργιών, την κατάργηση της διάκρισης της νομοθετικλής και εκταλεστικλής εξουσίας

και την αντικατάσταση του μόνιμου στρατού από τον εξοπλισμένο λαό. Αιτίες για την αποτυχία της Κομμούνας του

Παρισίου ήταν ότι έλειψε μια ξεκάθαρη, επιστημονικά θεμελιωμένη σύλληψη του αγώνα και ένα ηγετικό 

επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου, καθώς και το ότι ήταν συντριπτική υπεροχή των αντεπαναστατών.

Μετά από την άγρια καταστολή της Κομμούνας, απέκτησε τεράστια σημασία η αξιοποίηση των διδαγμάτων της από

τον Μαρξ και Ένγκελς. Η ανάλυση τους επιβεβαίωσε την αντίληψη και την αναγκαιότητα συντριβής του κρατικού

μηχανισμού της αστικής τάξης, πλάτυνε και συγκεκριμενοποίησε τις αντιλήψεις για την δικτατορία του προλεταριάτου,

για την πολιτική των συμμαχιών και την διδασκαλία για το Κόμμα.



*κατεξοχήν


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ - ΚΩΣΤΑΣ BΑΡΝΑΛΗΣ






ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ




 

Δευτέρα

Οι τρεις τύποι διανόησης - Μ. Δαφέρμος Διανόηση: η περίπτωση των ρώσων επαναστατών - δημοκρατών της δεκαετίας του 1860

Οι τρεις τύποι διανόησης



Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικούς τύπους διανόησης[43]. Οι εκπρόσωποι του πρώτου τύπου διανόησης αναπτύσσονται στα πλαίσια του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας, όπου η πνευματική εργασία είναι αποκομμένη από τη χειρωνακτική. Η συνεισφορά τους σχετίζεται με την ανάπτυξη της επιστήμης, της τέχνης, και την προαγωγή των κατακτήσεων του πολιτισμού σε μια μακριά περίοδο ανάπτυξης της ανθρωπότητας, όταν δεν έχουν ακόμα δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για την κοινωνική χειραφέτηση των λαϊκών μαζών.  Η αδυναμία αυτού του τύπου διανόησης συνίσταται στην κονφορμιστική σχέση με την κυρίαρχη πολιτική εξουσία  και την αποκοπή του  από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματαΟ Πίσαρεφ κάνει λόγο για τους τιτάνες της σκέψης, οι οποίοι  με τις  ανακαλύψεις τους ανατρέπουν την  κοσμοθεωρία μας και  ανοίγουν νέους δρόμους ανάπτυξης της ανθρώπινης σκέψης[44]. Όσο πιο προωθημένες και ριζοσπαστικές είναι οι θεωρητικές  αναζητήσεις  των τιτάνων της σκέψης, τόσο λιγότερο κατανοητές  γίνονται στην εποχή τους και πιο μεγάλο είναι το χάσμα που χωρίζει αυτούς τους δημιουργούς από τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού. Ανάμεσα στους τιτάνες της σκέψης και τις πλατιές μάζες εμφανίζονται, σύμφωνα με τον Πίσαρεφ,  οι διαμεσολαβητές, οι ερμηνευτές που αναλαμβάνουν  το έργο της διαφώτισης, της  εκλαΐκευσης των καινούργιων θεωριών.Ο εκφυλισμός  του πρώτου τύπου διανόησης εκφράζεται στην μορφή του σχολαστικού επιστήμονα, του αυτάρεσκου «φιλισταίου  της επιστήμης». Η θεωρία δογματοποιείται, η κριτική σκέψη εξαλείφεται και εκπίπτει η ειλικρινής αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων. Κυρίαρχη γίνεται η επαναληπτική, μη δημιουργική μορφή εργασίας, το άγονο αναμάσημα παρωχημένων γνώσεων. Ο Γκαίτε περιγράφει με γλαφυρότητα  το χαρακτήρα  της πνευματικής παραγωγής αυτού του τύπου διανόησης: «Το να με τ’ άλλο εσείς κολλάτε, μαγειρεύετε από των άλλων τα αποφάγια ένα φαΐ, της στάχτης το σωρό ανασκαλεύετε μια φλόγα εκείθε κακορίζικη να βγει»[45]. Η σχολαστική ενασχόληση με την επιστήμη αποτελεί μορφή παρασιτισμού στο υγιές σώμα της συσσωρευμένης και αναπτυσσόμενης γνώσης.  Αυτός ο τύπος επιστήμονα διανοητικά «σιτίζεται»  με τα υποπροϊόντα της σκέψης των μεγαλοφυών ερευνητών του παρελθόντος. Φαντάζεται τον εαυτό του ως γίγαντα, ενώ στην πραγματικότητα είναι νάνος που στέκεται στις πλάτες γιγάντων, ποδοπατώντας τους ή  εξευμενίζοντας  τους ως αβλαβείς εικόνες.Τα αδιέξοδα του πρώτου τύπου διανόησης εκφράζονται στα λόγια του Μεφιστοφελή στο νεαρό φοιτητή:   «Καλέ μου φίλε η θεωρία είναι καπνός σταχτής, μα χρυσοπράσινο είναι το δέντρο της ζωής»[46]. Η κυριαρχία του σχολαστικισμού, του άγονου ακαδημαϊσμού  και η απόσπαση της θεωρίας από τη ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα χαρακτηρίζουν αυτού του τύπου την πνευματική παραγωγή.    Η απομόνωση του διανοουμένου από την κοινωνική ζωή επιφέρει σημαντικές  επιπτώσεις στο χαρακτήρα της πνευματικής  δραστηριότητας και στις σχέσεις του με την κοινωνία.Ο αποξενωμένος από το «χρυσοπράσινο δέντρο της  ζωής»  διανοούμενος αρχίζει  να αμφιβάλλει για  τις  γνώσεις και τις ικανότητές του  και οδηγείται  σε αδιέξοδο, όταν  φτάνει η στιγμή να  απευθυνθεί  στους ανθρώπους: «Όσα κι αν  έμαθα, τυφλά στο φως τα μάτια! Δεν ξέρω πια τι πρέπει να διδάξω, πώς να φωτίσω τους ανθρώπους και πώς να τους αλλάξω.»[47] Η κοινωνική εργασία στην κατεύθυνση της υπέρβασης του χάσματος  μεταξύ της πνευματικής παραγωγής και των  λαϊκών στρωμάτων   είναι  απρόσιτη  γι’ αυτήν την κατηγορία των διανοουμένων. Ο απρόσωπος, ψυχρός, άχρωμος, άγονος και μη πειστικός λόγος αυτής  της ομάδας διανοουμένων αποτελεί έκφραση της ελιτίστικης νοοτροπίας τους.   «Αν  κάτι δεν το νιώθεις, άδικα προσπαθείς. Αν από την καρδιά δεν αναβλύζει, άλλες να δαμάσεις ψυχές δεν το μπορείς. Ψυχή παγερή ζεστασιά τη ζωή δε γεμίζει».[48] Άλλωστε γι’ αυτήν την ομάδα διανοουμένων η απομάκρυνση από τη λαϊκή μάζα  παρουσιάζεται ως μοναδικός τρόπος για να εξασφαλιστεί η έμπνευση: «Ω μη μιλάς γι αυτό το παρδαλό κοινό, μπροστά του η έμπνευσή μου πάει να φύγει».[49]  Το κοινό παρουσιάζεται στη συνείδηση του  ποιητή αυτού ως υποχθόνια δύναμη που καταστρέφει κάθε δημιουργικότητα. Η ποιητική έμπνευση μπορεί να γίνει μόνο σε μια «ουράνια γωνία», μακριά από τη βοή της αγοράς και την μαυρίλα της ζωής  των εξαθλιωμένων, όπου ο ποιητής ελπίζει  να συναντήσει την ανυπέρβλητη  ομορφιά και  τις αιώνιες  πνευματικές αξίες.  Το πάνθεον της πνευματικής παρακμής στο «Φάουστ» του Γκαίτε το  συμπληρώνει ο διευθυντής του θεάτρου που επιθυμεί «να πιάσει το σφυγμό του κόσμου» για να κερδοσκοπήσει. Η τέχνη αντιμετωπίζεται από τους εκμαυλιστές της συνείδησης όχι μόνο ως μέσο πλουτισμού, αλλά και ως μηχανισμό χειραγώγησης της κοινής γνώμης. «Η μάζα την ποσότητα ζητά, κάτι καθένας τους  διαλέγει απ’ τα πολλά κι όταν κάτι απ’ το θέατρο έχουν πάρει, φεύγουν όλοι κερδισμένοι με καμάρι. Κομμάτιασε το έργο απ’ την αρχή, σου πετυχαίνει  τότε το γιαχνί και το σερβίρεις μια χαρά κομματιαστό. Σύνολο μην τους δίνεις στα χαμένα, ο θεατής τα θέλει ναν’ κομματιασμένα».[50] Η απόρριψη των «μεγάλων αφηγήσεων» από τους εκπροσώπους  του   σύγχρονου μεταμοντερνισμού και ο εκθειασμός της  πολυδιάσπασης και της χαώδους πρόσληψης της πραγματικότητας  κινείται στο ίδιο πνεύμα με τις  συνταγές του διευθυντή του θεάτρου στον Φάουστ του Γκαίτε. Η αισθητική των σαλονιών, η «καθαρή και αμόλυντη τέχνη»  δεν είναι παρά η άλλη διάσταση της  αγοραίας, χειραγωγικής και ωφελιμιστικής αισθητικής (της αισθητική του ζάπινγκ).  Στην ουσία αυτές αποτελούν δυο όψεις της ίδιας παρωχημένης αισθητικής αντίληψης. Ο δεύτερος τύπος διανόησης αναπτύσσεται, όταν δημιουργούνται οι κοινωνικές συνθήκες για την αποφασιστική συμμετοχή  των λαϊκών μαζών στην ιστορική διαδικασία και διαμορφώνονται  οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση του επαναστατικού υποκειμένου. Όμως, η ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης των λαϊκών μαζών είναι αδύνατη δίχως την πνευματική τους ανάπτυξη, την μέθεξή τους  στις κατακτήσεις του πολιτισμού, την υπέρβαση της αμάθειας και των προκαταλήψεων. Έτσι, στην ιστορική περίοδο της δημιουργίας των προϋποθέσεων υπέρβασης της εν λόγω αντίθεσης εμφανίζεται μια ομάδα  ατόμων απασχολημένων στη σφαίρα της πνευματικής παραγωγής, οι οποίοι επιδιώκουν συνειδητά  να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ του πολιτισμού και των λαϊκών μαζών, μεταξύ της Θεωρίας και της Πράξης[51]. Τη σημαντικότατη αυτή κοινωνική λειτουργία την αναλαμβάνει ο δεύτερος τύπος διανόησης.Σε αντιδιαστολή  με την συντηρητική ακαδημαϊκή διανόηση, οι εκπρόσωποι του νέου  τύπου διανόησης είναι απελευθερωμένοι από τη φετιχιστική προσκόλληση στις υπάρχουσες επιστημονικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις, αντιμετωπίζουν με κριτικό τρόπο το επιστημονικό και καλλιτεχνικό κεκτημένο και  συμβάλλουν με τη δράση τους στην εκλαΐκευση των προοδευτικών κατακτήσεων του πολιτισμού.Αφετηριακό σημείο για την ανάπτυξη του δεύτερου τύπου διανόησης είναι η απόρριψη του κομφορμισμού, η κριτική αντιμετώπιση της πραγματικότητας   από την άποψη του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού της. Το αγωνιστικό ήθος, η επαναστατική στάση ζωής δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για  την κατανόηση της βαθύτερης ουσίας των κοινωνικών φαινομένων και  τον οξυδερκή εντοπισμό των κυρίαρχων τάσεων της κοινωνικής   εξέλιξης. Αυτοί οι διανοούμενοι απορρίπτουν το πρότυπο της «καθαρής επιστήμης»  («καθαρής τέχνης», κλπ)   και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική λειτουργία της πνευματικής παραγωγής, στην ανάγκη εναρμόνισης της επιστήμης και της τέχνης με  τις τάσεις κοινωνικής ανάπτυξης.Οι αδυναμίες του δεύτερου τύπου διανόησης αποτελούν προέκταση της θετικής συμβολής του στην εκλαΐκευση και στη διάδοση των προοδευτικών πολιτισμικών  παραδόσεων.  Η κριτική αντιμετώπιση του πολιτισμικού κεκτημένου δεν οδηγεί  αυτόματα στο ριζικό μετασχηματισμό του. Η θεωρητική δραστηριότητα δεν μπορεί να αναχθεί στην διάδοση, στην διαφώτιση ή στην προπαγάνδα. Οι οξυδερκείς παρατηρήσεις σχετικά με τις τρέχουσες κοινωνικές εξελίξεις  δεν  είναι επαρκείς για τη δημιουργία θεωρητικού συστήματος που θα  ερμηνεύει τη λογική της κοινωνικής ανάπτυξης. Η μαχητική δημοσιογραφία είναι κοινωνικά αναγκαία, αλλά δεν είναι επαρκής προϋπόθεση για τη θεμελιώδη ανάπτυξη της επιστημονικής κοινωνικής θεωρίας.Ο εκφυλισμός του δεύτερου τύπου διανόησης εκφράζεται στην υιοθέτηση μιας απλουστευτικής ερμηνείας για τη σχέση θεωρίας και πράξης. Έτσι, εμφανίστηκε  ένας άκρατος πρακτικισμός, μια εργαλειακή αντιμετώπιση της θεωρίας ως απολογητικής της τρέχουσας πολιτικής της πνευματικής και πολιτικής πρωτοπορίας, η καχυποψία και η άρνηση του θεωρητικού και πολιτισμικού κεκτημένου.  Στοιχεία εκφυλισμού του- χαρακτηριστικού για τη δεκαετία του 1860 -  τύπου επαναστάτη-δημοκράτη   διανοουμένου  εμφανίστηκαν  ήδη στους ναρόντικους στην περίοδο  του 1870 – 1880 σε ακραία εκδοχή με την μορφή της ατομικής τρομοκρατίας του Νατσάεφ.  Τα χαρακτηριστικά του δεύτερου τύπου διανόησης άρχισαν να αποκτούν γελοιογραφική μορφή:  η σταθερότητα  αρχών μετατράπηκε σε δογματισμό, η κριτική της παράδοσης σε μηδενισμό της,  ο προσανατολισμός στη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία σε μεσσιανισμό, το επαναστατικό φρόνημα σε τυφλό φανατισμό θρησκευτικού τύπου[52].Εδώ εκφράζεται ο οικονομικός, πολιτικός, πολιτισμικός ρομαντισμός ενός συγκεκριμένου τύπου διανόησης, ο οποίος εγκαταλείπει την αντικειμενική ανάλυση της πραγματικότητας και καταφεύγει σε ένα αφηρημένο ανθρωπιστικό ιδεώδες. Γενικότερα, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο ηθικός σοσιαλισμός («δημοκρατικός σοσιαλισμός», «σοσιαλισμός  με ανθρώπινο πρόσωπο», κλπ), αλλά και η σύγχρονη φρασεολογία περί ανοχής της πολιτισμικής ετερότητας, της ηθικής των δικαιωμάτων του ανθρώπου έχουν κοινό μεθοδολογικό υπόβαθρο.Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός χαρακτηρίζει τις απόψεις των ναρόντικων, οι οποίοι είχαν ως αφετηρία όχι τόσο τις πραγματικές τάσεις ιστορικής ανάπτυξης και τις ανάγκες των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων, όσο τις δικές τους επιθυμίες  και αντιλήψεις σχετικά με το  δέον, το ιδεατό κοινωνικό μοντέλο για τη Ρωσία. Η διανοουμενίστικη έπαρση, η υποτίμηση των πραγματικών κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων και η πρόταξη ενός αφηρημένου ηθικού ιδεώδους στο οποίο θα πρέπει να υποταχθεί η κοινωνική πραγματικότητα,   αποτελούν στοιχεία της ιδεολογίας τους.  Αν οι μάζες  δεν συμφωνούν με τις ιδεολογικές τους προτιμήσεις τόσο το χειρότερο για αυτές. Άλλωστε οι μάζες δεν εκλαμβάνονται ως πραγματική ιστορική δύναμη, αλλά ως παθητική μάζα, ενώ ως πραγματικό ιστορικό υποκείμενο παρουσιάζονται οι μεγάλες προσωπικότητες, οι διανοούμενοι, κλπ. Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος είναι η χαρακτηριστική για τους αναρχικούς (βλ. Μπακούνιν) εξιδανίκευση της αυθόρμητης συνείδησης των μαζών, η πρόταξη του αντιδιανοουμενισμού και του άκρατου πρακτικισμού[53].Έτσι, εμφανίζονται δυο βασικές αυταπάτες αναφορικά με τη σχέση θεωρίας – πράξης, διανόησης – λαϊκών μαζών. Η πρώτη αυταπάτη εδράζεται σε ένα διανοουμενίστικο ελιτισμό, στην αντίληψη ότι  οι μεγάλες προσωπικότητες δημιουργούν την ιστορία, ενώ  οι   μάζες  παραμένουν παθητική και άμορφη δύναμη που με την αδράνειά τους  εμποδίζουν την προοδευτική ανάπτυξη. Η δεύτερη αυταπάτη αναπαράγει την τυφλή πίστη στην αυθόρμητη αυτοχειραφέτηση των μαζών, δίχως την οιαδήποτε παρέμβαση της διανόησης. Η κάθε συνειδητή  παρέμβαση και η παραγωγή θεωρίας  που έρχεται σε ρήξη με τις στιγμιαίες  διαθέσεις και τις καθημερινές αντιλήψεις των μαζών κρίνεται από τους εκπροσώπους αυτής της άποψης  ως σχολαστική και αυταρχική.  Η υπέρβαση των παραπάνω αυταπατών προϋποθέτει μια συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση της σχέσης διανόησης – λαϊκών μαζών και την κατανόηση της  ενότητας θεωρίας και πράξης  σε κάθε βαθμίδα  της κοινωνικής  ανάπτυξης. Σε αντιδιαστολή με τον δεύτερο  τύπο διανόησης, οι εκπρόσωποι του  τρίτου τύπου διανόησης εργάζονται συνειδητά και συστηματικά στην κατεύθυνση της κριτικής επεξεργασίας του συσσωρευμένου θεωρητικού κεκτημένου, της θεμελιώδους  ανάπτυξης της κοινωνική θεωρία στις καινούργιες ιστορικές συνθήκες. Κλασσικός εκπρόσωπος του τρίτου τύπου διανόησης είναι ο Κ. Μαρξ. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο Κ. Μαρξ εργάζονταν στην εφημερίδα του Ρήνου ασκούσε κριτική στο πρωσικό γραφειοκρατικό κράτος και υποστήριζε τα συμφέροντα  των φτωχότερων  στρωμάτων  (των αγροτών του Μοζέλ κλπ) από τις θέσεις της επαναστατικής δημοκρατίας.  Η συνεπής επαναστατική κριτική της αστικής κοινωνίας οδήγησε τον Κ. Μαρξ στις θέσεις του προλεταριάτου και στην ανακάλυψη του ιστορικού του ρόλου στη διαδικασία χειραφέτηση της κοινωνίας από την μισθωτή εκμετάλλευση. Στην περίπτωση του  Κ. Μαρξ η συνεπής επαναστατική στάση ζωής   συνδυάζεται με την συστηματική κριτική της  ανώτερης μορφής του θεωρητικού κεκτημένου τη συγκεκριμένη περίοδο (γερμανική κλασσική φιλοσοφία, αγγλική πολιτική οικονομία, γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός, κλπ), την εμβάθυνση της μελέτης της αστικής κοινωνίας με την διερεύνηση  των εσωτερικών αντιφάσεών της  και την ανάδειξη της αναγκαιότητας μετάβασης στην αταξική κοινωνία. Η υλιστική «ανατροπή» της χεγκελιανής ιδεαλιστικής διαλεκτικής από τον  Κ. Μαρξ αποτελεί έκφραση της χαρακτηριστικής για τον τρίτο τύπο διανόησης διαλεκτική υπέρβαση του θεωρητικού κεκτημένου και την ουσιαστική ανάπτυξη της μεθοδολογίας της επιστημονικής έρευνας κατά την μελέτη ενός συγκεκριμένου αντικειμένου (του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού).Η «ανάβαση» στις κορυφαίες πολιτισμικές κατακτήσεις  της ανθρωπότητας αποτελεί για τον τρίτο τύπο διανόησης, τον αναγκαίο δρόμο για την παραγωγή νέας γνώσης και  για την ουσιαστική ανάπτυξη της κοινωνικής επιστήμης που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο από τις θέσεις της προοδευτικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας στην κατεύθυνση της υπέρβασης του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας (συμπεριλαμβανομένου και της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας).Εν κατακλείδι, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι επαναστάτες δημοκράτες της δεκαετίας του 1860 έχουν πολλά πράγματα να διδάξουν εκείνους που διαλέγουν στη ζωή τους το δρόμο της σύγκρουσης με την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Ειδικά η προσωπικότητα και το έργο του  Τσερνισέφσκι αποκτά  τεράστια σημασία για τους στρατευμένους διανοούμενους που αναζητούν με αγωνία την απάντηση στο όσο ποτέ επίκαιρο ερώτημα: Τι να κάνουμε;[54]

(  Μ. Δαφέρμος

Διανόηση: η περίπτωση των ρώσων επαναστατών -  δημοκρατών  της δεκαετίας του 1860  )


Τετάρτη

Marx: από το Βιβλίο της Αγάπης, Μέρος ΙΙ

Δε θα γαληνέψω ποτέ
Να επιταχύνω πρέπει πάντοτε χωρίς σταματημό.
Παγιδευμένος είμαι σε πάλη δίχως τέλος,
Σ’ ατέλειωτο αναβρασμό, σε όνειρα δίχως τέρμα·
Πρίμα με τη ζωή να πάω δεν μπορώ,
Η θέληση κόντρα στο ρεύμα ταξιδεύει
Ας τη ρισκάρουμε λοιπόν την ύπαρξή μας,
Χωρίς ανάπαυση κι ακούραστα·
Όχι μουντοί και σκυθρωποί μες στη σιωπή,
Χωρίς λαχτάρα ή δράση·
Όχι κλεισμένοι στο εγώ μας,
Γονατισμένοι κάτω απ’ του πόνου το ζυγό, Έτσι που πόθος, όνειρο και πράξη
Για μας να μένουν στο κενό.


Αλμπέρ Καμύ: Ο αναλυτής των μάταιων πράξεων


«Σκέφτομαι σημαίνει ξαναμαθαίνω να βλέπω, να είμαι προσεκτικός, να διευθύνω τη συνείδηση, να κάνω κάθε ιδέα και κάθε εικόνα έναν προνομιούχο τόπο».

Το έργο και η πνευματικότητά του επηρέασαν βαθύτατα τα παγκόσμια γράμματα και προβλημάτισαν καίρια τους μεταπολεμικούς νέους. Γιατί είναι ο κατεξοχήν «ανθρώπινος» συγγραφέας, ο κατεξοχήν ανθιστάμενος στην κωμωδία της καθημερινότητος, ο πραγματικός αναλυτής των «μάταιων πράξεων», όπως έγραψε ο ίδιος θέλοντας να χαρακτηρίσει την αγωνία του θανάτου.


Τριάντα έργα, που το καθένα του είναι κι ένας σταθμός στην εξέλιξη του Καμύ, συγκροτούν μια προσωπικότητα τόσο αυθεντική όσο αυθεντική υπήρξε και η ίδια του η ζωή. Από τον «Μύθο του Σισύφου» κιόλας, μας κάνει γνωστές την υπαρξιακή θεώρηση των χριστιανικών του θέσεων απέναντι στη ζωή. Ακόμα κι η «Παρανόηση» κι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» κι η «Εξορία της Ελένης» δεν είναι παρά μια αυστηρή προειδοποίηση του Καμύ για την ανάγκη εκχριστιανισμού, εξανθρωπισμού, εκπολιτισμού της καθημερινότητας, που τείνει να πάρει όλα τα σημάδια μιας ομαδικής εξόντωσης.
«Όλα γίνονται από μια συνήθεια. Είμαστε γελοίοι αριθμοί μιας κοινωνίας που ενεργεί από συνήθεια, μισούμε ή αγαπάμε από συνήθεια και σκεπτόμαστε τα “τα μεγάλα προβλήματα” από συνήθεια. Αυτό μου θυμίζει τη μητέρα του Μερσώ, που έκλαιγε από συνήθεια όταν την έβαλαν στο άσυλο –δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι της– κι ύστερα από έξη μήνες, όταν την έβγαλαν από εκεί έκλαιγε πάλι από συνήθεια –δεν ήθελε να φύγει, είχε συνηθίσει». Να λοιπόν το κλειδί για να κατανοήσουμε αυτή τη διαρκή αλλαγή στη ζωή του Αλμπέρ Καμύ. Διαλύει τον γάμο του, για να μη γίνει συνήθεια, παραιτείται από τη δημόσια υπηρεσία, για να μη συνηθίσει, εγκαταλείπει τους κομμουνιστές φίλους του, την αρχισυνταξία της «Κομπά», ξαναπαντρεύεται, φεύγει για την Αμερική –όλα για να μη γίνουν συνήθεια.
Κι όμως του μένει μια μοναδική, ως την τελευταία ημέρα της ζωής του «συνήθεια»: να γράφει για τους ανθρώπους, για τα «παθήματα της ψυχής», για το «παράπονο των έγκλειστων στον εαυτό τους» ανθρώπων. Και δίνεται ολοκληρωτικά στο έργο αυτό που, θα ’λεγε κανείς, είναι ολοκληρωμένο όταν συναντιέται με τον θάνατο.
«Με ζητήσατε; Έρχομαι αμέσως… Είμαι έτοιμος να σας συνοδεύσω».
Ζει ο ίδιος το μαρτύριο του Σισύφου, που τόσο πειστικά μας αναλύει από τις σελίδες του βιβλίου του. «Σκέπτομαι τη χαρά του Σισύφου από τη στιγμή που ο βράχος κατρακυλάει στην πεδιάδα ως τη στιγμή που ξαναρχίζει το αιώνιο έργο του».
Είναι μια αποδοχή. Ξέρει πως τίποτα δεν θ’ αλλάξει τη φρικτή απόφαση των θεών. Συμβιβάζεται με τη μοίρα του και υπομονεύει. Αλλά κάτω από τον συμβιβασμό του αυτόν, κάτω από αυτή την υπονόμευση, υπάρχει η λύτρωση, η συμφιλίωση. Κι είναι σαν μια μικρή ευτυχία για τον Σίσυφο αυτή διακοπή. Και τι άλλο είναι η μοίρα του ανθρώπου; Ξέρει πως δεν θα ’ναι ποτέ ευτυχής, ξέρει πως δεν φτάσει ποτέ στο τέλος, κι όμως δίνεται στο μάταιο έργο του, αγωνίζεται και ματώνει τα χέρια του, με τη λαχτάρα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, με την καρδιά του γεμάτη ελπίδες.

Είναι το παράλογο που σε κάθε μορφή ζωής, σε κάθε έκφραση ανθρώπινη θα το συναντάμε διαρκώς, χωρίς κανείς να μπορεί να το εξηγήσει. Το παράλογο που δεν είναι η έννοια του μοιραίου, δεν έχει τη σημασία του πεπρωμένου, δεν παίρνει την έκταση της Νέμεσης. Το παράλογο που σφραγίζει αμετάκλητα τις πράξεις των ανθρώπων και τους δίνει κείνη τη γεύση της «μάταιας πράξης»


     Η ανωτερότητα του Αλμπέρ Καμύ

Το 1957 ο Νίκος Καζαντζάκης, βαριά άρρωστος, πληροφορήθηκε τη βράβευση του Καμύ με το Νόμπελ λογοτεχνίας, αντί για τον ίδιο που είχε χάσει για μια ψήφο διαφορά. Και στη βεβαρυμένη κατάσταση που βρισκόταν η υγεία του υπαγόρευσε στη σύζυγό του Ελένη συγχαρητήριο τηλεγράφημα. Ήταν το τελευταίο μήνυμα που έστειλε σε φίλο. Λίγες ημέρες μετά, στις 26 Οκτωβρίου, ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας θα «έφευγε» από τη ζωή. Αργότερα, στις 16 Μαρτίου 1959, ο Καμύ θα γράψει στην Ελένη Καζαντζάκη ότι επήρε ο ίδιος το βραβείο που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο:
«Κυρία, είχα πάντα μεγάλο θαυμασμό κι αν το επιτρέπετε, ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας. Είχα τη χαρά να αποδείξω και δημοσία στην Αθήνα αυτό μου τον θαυμασμό, τον καιρό που η επίσημη Ελλάδα έκαμε “μούτρα” στον πιο μεγάλο της συγγραφέα. Ο τρόπος που δέχτηκε το ακροατήριο –οι περισσότεροι φοιτητές– τη μαρτυρία μου, αποτελούσε την πιο όμορφη αναγνώριση, που μπορούσε να λάβει το έργο κι η δράση του συζύγου σας.
"Κι ακόμα δεν ξεχνώ πως τη μέρα που λυπόμουν να δεχτώ μια τιμή, που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, έλαβα ένα του τηλεγράφημα από τα πιο θερμά. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες ημέρες προτού πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το μεγάλο κενό που άφησε"

     Διεφθαρμένη Ιστορία    
       
«Κάθε γενιά, αναμφισβήτητα, θεωρεί τον εαυτό της προορισμένο να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει πως δεν θα τον ξαναφτιάξει. Ίσως όμως η αποστολή της να είναι δυσκολότερη: να εμποδίσει να καταστραφεί ο κόσμος. Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας, όπου συνυπάρχουν ανάμεικτα ξεπεσμένες επαναστάσεις, παράφρονες τεχνολογίες, πεθαμένοι θεοί και αποδυναμωμένες ιδεολογίες, όπου ακόμη και μέτριες δυνάμεις μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα, αλλά δεν μπορούν να πείσουν, όπου η νοημοσύνη ταπεινώθηκε ως το σημείο να γίνει υπηρέτρια του μίσους και της καταπίεσης, η γενιά αυτή όφειλε, τόσο στον εαυτό της όσο και στους άλλους, ν’ αποκαταστήσει με τις αρνήσεις της κάτι απ’ αυτό που δίνει αξιοπρέπεια στη ζωή και στον θάνατο».
(απόσπασμα από την ομιλία του Αλμπέρ Καμύ στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ)

     Η ισορροπία της ημέρας  

«Τότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν. Η θάλασσα ξέρασε μια πνοή βαριά και διάπυρη. Μου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Ολόκληρο το είναι μου τεντώθηκε και το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω μου τον ιδρώτα και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της ημέρας, την εξαιρετική σιωπή μιας ακρογιαλιάς όπου είχα περάσει εξαιρετικές στιγμές. Τότε, πυροβόλησα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα ακίνητο κορμί όπου οι σφαίρες βυθίζονταν χωρίς καμία αντίδραση. Και ήταν σαν να ’δινα τέσσερα κοφτά χτυπήματα πάνω στην πόρτα της δυστυχίας».
(απόσπασμα από τον «Ξένο»)
Στο ταξίδι του στη Μυτιλήνη  «Όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος. Εδώ θέλω να ’ρθω να ζήσω και να εργαστώ, να εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ’ αυτό το απόμερο σπιτάκι».

     Βιογραφικό

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας από πατέρα Γάλλο χωρικό που σκοτώθηκε στα 1914, στον πόλεμο, και μητέρα Ισπανίδα. Τα μαθητικά του χρόνια, ήταν χρόνια στέρησης κι αγωνίας κι οι σπουδές του συμπληρώθηκαν με την καθημερινή αβεβαιότητα να διακοπούν κι ο μικρός σπουδαστής ν’ ακολουθήσει την καριέρα ενός πωλητού ανταλλακτικών αυτοκινήτων ή ενός ξεχασμένου στα βάθη της γαλλικής επαρχίας δημοσίου υπαλλήλου.
Στα 1931 «ανακαλύπτεται» από τον Ζαν Γκρενιέ, τον καθηγητή του, για τον οποίο αργότερα θα γράψει μια ενθουσιαστική μελέτη, αναγνωρίζοντάς του «την εποικοδομητική επιρροή που δέχτηκε κατά τα χρόνια της μαθητείας του». Ύστερα από έναν σύντομο γάμο, στα 1933, παίρνει το δίπλωμά του από το πανεπιστήμιο, στο οποίο, με τις μελέτες του για τον Πλωτίνο και τον Αυγουστίνο, διορίζεται υφηγητής της Φιλοσοφίας στα 1937. Αναλαμβάνει την αρχισυνταξία της εφημερίδας «Δημοκρατικό Αλγέρι» και ξαναπαντρεύεται στα 1940.
Μπαίνει στην «Αντίσταση» και μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας κατοικεί στο Παρίσι, θέλοντας να ’ναι στις πηγές της δημοσιογραφικής και της πολιτικής δραστηριότητος.
Στα 1957 παίρνει το βραβείο Νόμπελ «για το σύνολο του έργου του» και στις 4 Ιανουαρίου 1960 σκοτώνεται στο Βιλμπλεβέν του Μοντερώ, σε αυτοκινητικό δυστύχημα.


Communarios - facebook