![]() |
| «Ο Προμηθέας φέρνει τη φωτιά στους ανθρώπους» είναι ένας πίνακας του Heinrich Fuger |
Commun✮rios
Σε πολλές σύγχρονες αναλύσεις παρατηρείται μια επίμονη τάση απενεχοποίησης των θεωρητικών του μεταμοντέρνου. Παρουσιάζονται συχνά ως «παρεξηγημένες ιδιοφυΐες», των οποίων η υποτιθέμενη αρετή για «απελευθέρωση» και «αφύπνιση» πήγε χαμένη ή καταπόθηκε από το σύστημα.
Αυτή η αφήγηση είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Δεν υπήρξε καμία «χαμένη αρετή». Ο Οργουελ δεν ήταν ένας «προφητικός συγγραφέας», αλλά ένας συνειδητός καταδότης κομμουνιστών στις μυστικές υπηρεσίες. Οι Φουκώ, Ντελέζ, Ντεριντά και οι όμοιοί τους δεν ήταν θύματα, αλλά επαγγελματίες αναθεωρητές και πολέμιοι του σοβιετικού μοντέλου, που εξαργύρωσαν την εμπορευματοποιημένη τους θεωρία με τη χρηματοδότηση της CIA, είτε άμεσα, είτε έμμεσα.
Το μεταμοντέρνο δεν ήταν ένα ατύχημα της σκέψης, αλλά μια σχεδιασμένη επίθεση στη λογική και στο συλλογικό υποκείμενο. Πρέπει να θυμηθούμε το ιστορικό πλαίσιο:
Αυτοί οι θεωρητικοί ανδρώθηκαν πάνω στην εκρηκτική άνθιση της τηλεόρασης των ΜΜΕ και της διαφήμισης. Ο Μάης του '68 δεν ήταν παρά μια πρώιμη «πορτοκαλί επανάσταση» που έβαλε τις βάσεις για τον σημερινό κατακερματισμό.
Η τηλεόραση τότε δεν μετέδιδε απλώς «πληροφορία». Κατασκεύαζε την επιθυμία, χρησιμοποιώντας τον «νομαδισμό» και την «αποδόμηση» για να πείσει τη μάζα ότι η ελευθερία βρίσκεται στην κατανάλωση. Ηταν η εποχή που η εξέγερση έγινε αισθητική και lifestyle, με τους μεταμοντέρνους να λειτουργούν ως οι ιδανικοί σκηνοθέτες αυτού του θεάματος.
Σήμερα, η αντιστοιχία είναι απόλυτη αλλά πολύ πιο επικίνδυνη. Από το «γυαλί» περάσαμε στον αλγόριθμο. Τα σύγχρονα μέσα χειραγώγησης, με τα κοινωνικά δίκτυα και τα Big Data να είναι η τελειοποιημένη μορφή εκείνης της τηλεοπτικής δράσης.
Αν τότε η TV επέβαλλε την εικόνα, σήμερα ο αλγόριθμος επιβάλλει τη σκέψη, φακελώνοντάς σε ως δέσμη δεδομένων και σερβίροντάς σου μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας. Η Gig Economy (Uber, Wolt) βάφτισε την εργασιακή περιπλάνηση ως «νομαδισμό», ενώ η CIA, μέσω της In-Q-Tel, χρηματοδοτεί τεχνολογίες που αναλύουν τη «συλλογική επιθυμία» για να προβλέψουν και να καταστείλουν κάθε αντίδραση.
Αυτή η διαδικασία δεν είναι τυχαία. Η έκθεση της CIA του 1985 [1] αποκάλυψε ότι οι Γάλλοι μεταμοντέρνοι ήταν πληρωμένοι εργολάβοι της αποδόμησης. Χρησιμοποίησαν τον νεομαρξισμό του Αλτουσέρ ως όχημα για να αποσυνθέσουν τον ιστορικό υλισμό εκ των έσω.
Ο Φουκώ δεν αναέσυρε το Πανοπτικόν του Μπένθαμ για να μας «αφυπνίσει», αλλά για να λειτουργήσει ως προοικονομία στα μυαλά των μαζών, ώστε η επιτήρηση να γίνει αποδεκτή ως αναπόδραστη μοίρα. Ομοίως, η διδασκαλία του Ντελέζ στις σχολές πολέμου του Ισραήλ και η εφαρμογή της στη Ναμπλούς το 2002, όπου οι στρατιώτες κινούνταν μέσα από τους τοίχους των σπιτιών, δείχνει πώς η θεωρία της «ρευστότητας» έγινε εργαλείο ωμής στρατιωτικής καταστολής.
Η Silicon Valley καταβρόχθισε αυτές τις θεωρίες για να μετατρέψει τον άνθρωπο σε μέρισμα. Οι αναθεωρητές αυτοί δεν θα ήταν γνωστοί αν δεν ήταν συνειδητοί χειραγωγοί με σκοπό τον κατακερματισμό του συλλογικού υποκειμένου, ώστε να μην αμφισβητηθεί ποτέ η κυριαρχία του κεφαλαίου.
Το «κλειδί» για να καταλάβουμε ότι το μεταμοντέρνο δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά ήταν η αναγκαία ιδεολογική θωράκιση του καπιταλισμού σε μια συγκεκριμένη φάση της πολιτικής οικονομίας, είναι οι θέσεις του ιστορικού υλισμού:
η «βάση» είναι η οικονομία που καθορίζει το «εποικοδόμημα» - τις ιδέες:
Όταν ο καπιταλισμός πέρασε από τον Φορντισμό -της μαζικής παραγωγής του εργοστασίου - στην παγκοσμιοποιημένη, άυλη και «ελαστική» παραγωγή- δηλαδή η ανασφάλεια του εργάτη - χρειαζόταν μια θεωρία που να δικαιολογεί την αποδιοργάνωση. Το μεταμοντέρνο, με την αποθέωση της «ρευστότητας» και της «ροής», παρείχε το ιδεολογικό άλλοθι για την καταστροφή των σταθερών εργασιακών σχέσεων και των συνδικάτων.
Στην πολιτική οικονομία του ύστερου καπιταλισμού, το κέρδος δεν βγαίνει πια μόνο από το ατσάλι, αλλά από την πληροφορία, την εικόνα και την επιθυμία. Το μεταμοντέρνο, ισχυριζόμενο ότι «δεν υπάρχει πραγματικότητα, παρά μόνο σημαινόμενα», μετέτρεψε την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη σε εμπόρευμα. Η αστική ιδεολογία χρησιμοποίησε το μεταμοντέρνο για να πείσει τον εργαζόμενο ότι η ταυτότητά του είναι το «προϊόν» που καταναλώνει και όχι η θέση του στην παραγωγή.
Στο έργο του «Φετιχισμός του Εμπορεύματος» ο Μαρξ περιέγραψε πώς οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων παίρνουν τη μορφή σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Το μεταμοντέρνο -ειδικά στην Ψηφιακή Εποχή- το απογείωσε αυτό: οι άνθρωποι έγιναν «ψηφιακά είδωλα». Η CIA και η αστική τάξη χρηματοδότησαν αυτές τις θεωρίες γιατί ήξεραν ότι αν ο άνθρωπος χάσει την επαφή με την υλική βάση της εκμετάλλευσής του, δεν θα μπορέσει ποτέ να οργανωθεί πολιτικά.
Ο ιστορικός υλισμός διδάσκει ότι η κοινωνία κινείται βάσει νόμων και ότι η ανατροπή του καπιταλισμού είναι ιστορική αναγκαιότητα. Η αστική ιδεολογία, μέσω του μεταμοντέρνου, εισήγαγε το «χάος» και το «τυχαίο». Αν δεν υπάρχουν νόμοι στην ιστορία, τότε ο καπιταλισμός είναι αιώνιος και κάθε προσπάθεια για κεντρικό σχεδιασμό ή συλλογική απελευθέρωση, βαφτίζεται «ολοκληρωτισμός».
Στην ουσία, το μεταμοντέρνο είναι η φιλοσοφία της ήττας που θέλει να επιβάλει η αστική τάξη. Το μεταμοντέρνο προσπαθεί να μας πείσει ότι η ιστορία δεν έχει κατεύθυνση, ακριβώς για να μας εμποδίσει να της δώσουμε εμείς την κατεύθυνση που οδηγεί στην ανατροπή.
Απέναντι σε αυτόν τον μυστικιστικό σχετικισμό, ο μόνος επαναστατικός δρόμος είναι η επιστροφή στον διαλεκτικό υλισμό. Ο Εβάλντ Ιλιένκοφ στο έργο του «Το Μαύρο Κουτί της Νοημοσύνης» μας προειδοποίησε:
«Δεν είναι ο Ανθρωπος που χρησιμοποιεί τη Μηχανή, αλλά η Μηχανή χρησιμοποιεί τον Ανθρωπο, καταναλώνοντας τη ζωντανή σάρκα του». Μας έδειξε ότι η γνώση πρέπει να είναι ΟΛΟΤΗΤΑ. Από τον Μπετόβεν και τον Ρέμπραντ μέχρι τον Σπινόζα και τον Χέγκελ, για να μπορέσει ο άνθρωπος να επιστρέψει στον εαυτό του τη χαμένη του δύναμη.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη επιβεβαιώνει τη διαλεκτική. Ο τρόπος λειτουργίας της, έστω και μη συνειδητά, είναι απαύγασμα της διαλεκτικής της ίδιας της φύσης. Η AI δεν «σκέφτεται»· είναι νεκρή εργασία, η αποκρυσταλλωμένη κοινωνική δράση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Αν δεν την κατανοήσουμε διαλεκτικά και δεν την κοινωνικοποιήσουμε, θα παραμείνει το απόλυτο όπλο στα χέρια των τεχνοκρατών». Αυτό δίνει την επαναστατική διέξοδο:
η τεχνολογία πρέπει να περάσει στα χέρια της κοινωνίας.
Η επιστροφή στη σφαιρική σκέψη, όπου ο τεχνίτης, ο καλλιτέχνης και ο επιστήμονας ενώνονται, είναι ο μόνος τρόπος να ανακτήσουμε την ουσία της ζωής μας και να γίνουμε ξανά οι συνειδητοί δημιουργοί της ιστορίας μας.
Σε τελική ανάλυση, η μάχη ενάντια στο μεταμοντέρνο δεν είναι μια θεωρητική διαμάχη ακαδημαϊκών, αλλά μια καθαρά ταξική σύγκρουση. Η αστική τάξη χρηματοδότησε την αποδόμηση της λογικής και τον δικαιωματισμό των ταυτοτήτων για έναν και μόνο σκοπό:
να καταστήσει την υπεραξία αόρατη και την εκμετάλλευση μη μετρήσιμη. Όταν η βάση της κοινωνίας (η παραγωγή) γίνεται "ψηφιακή" και "ελαστική", το εποικοδόμημα (η ιδεολογία) γίνεται "ρευστό" και "άπιαστο".
Η επιστροφή στη διαλεκτική ολότητα και στην ιστορική νομοτέλεια δεν είναι νοσταλγία, είναι η μοναδική μας δυνατότητα να επαναφέρουμε τη συζήτηση εκεί που τρέμει το κεφάλαιο:
στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στον έλεγχο της τεχνολογίας από την ίδια την κοινωνία. Η ιστορία έχει νόμους, και ο σημαντικότερος είναι ότι καμία μηχανή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συνειδητή οργάνωση των ανθρώπων που αποφασίζουν να γίνουν οι κυρίαρχοι του μέλλοντός τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου